ΧΡΕΩΚΟΠΙΑ – ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΚΡΑΤΟΥΣ

Από τον Τζώρτζη Αθανάσιο (Πτυχιούχο ΑΣΟΕΕ) (Tzathan@hotmail.com).

 

Απόσβεση επί μέρους δανείου: με τον όρο αυτό εννοούμε την αποπληρωμή ενός δανείου δια της λήψεως άλλου δανείου, το οποίο διατίθεται για το σκοπό αυτό. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε μείωση του χρέους του κράτους αλλά απόσβεση επί μέρους δανείων. Αυτή η διαδικασία σαν σκοπό μπορεί να έχει την αντικατάσταση των δανείων που εξοφλούνται με νέα, κίνηση που σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και κάτω από επικρατούσες οικονομικές συνθήκες, μπορεί να διευκολύνει ευεργετικά την οικονομία του δανειζόμενου κράτους.

Εμφανής χρεωκοπία του κράτους: με τον όρο αυτό εννοούμε την μονομερή από μέρους του κράτους μερική ή ολική διακοπή των πληρωμών προς τους δανειστές του, η οποία δεν προήλθε από λόγους αντικειμενικής αδυναμίας, αλλά οφείλεται σε δόλια προαίρεση.

 

Συγκεκαλυμμένη χρεωκοπία  του κράτους: με τον όρο αυτό εννοούμε την κατόπιν συμφωνίας διακοπή για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα της πληρωμής των τόκων και χρεωλυσίων των δανείων ή την διακοπή μόνο των τόκων ή την αναγκαστική μετατροπή του δημοσίου χρέους ή την θέση εκτός ισχύος ορισμένης ασφαλιστικής ρήτρας που είχε συνομολογηθεί για τη διασφάλιση των δανειστών από νομισματική υποτίμηση.

Πτώχευση χωρίς δόλο: αυτή διαφέρει από τις μορφές της εμφανούς ή συγκεκαλυμμένης χρεοκοπίας αλλά και της νομισματικής απόσβεσης κατά το εξής: Η διακοπή της πληρωμής των τοκοχρεολυσίων του δημοσίου χρέους είναι, εις την περίπτωσιν της πτώχευσης, αποτέλεσμα πραγματικής αδυναμίας του Κράτους που οφείλει, να πληρώσει τα χρέη του (χρεολύσια και τόκους). Η αδυναμία αυτή πιθανόν να οφείλεται σε υπερχρέωση του κράτους, ή σε επαχθείς όρους κατά τη σύναψη του δανείου, ή σε διάθεση του ληφθέντος δανείου στην κατανάλωση αντί σε επένδυση, ή σε συναλλαγματικές δυσχέρειες προκειμένου περί συναφθέντος σε ξένο νόμισμα δανείου, ή σε δυσχέρειες εγγενείς της οικονομίας του κράτους (ύφεση, μείωση των εσόδων κ.λ.).

Η Ελλάδα έχει πτωχεύσει στο παρελθόν τέσσερις φορές.

Πτώχευση μετά το τέλος της Επανάστασης του 1821, το 1826: τότε και μπροστά στον κίνδυνο να καταρρεύσει το κράτος που μόλις είχε ελευθερωθεί, χρειάστηκε εκτός από την αναδιοργάνωση και μεγάλη δανειοδότηση. Το χάος που βρήκε ο Καποδίστριας φαίνεται από την έκθεση του Γραμματέα των Οικονομικών Π. Λιδωρίκη προς τον Κυβερνήτη: «Το  Θησαυροφυλάκιο είναι κενόν χρημάτων, έτι δε δεν υφίσταται Θησαυροφυλάκιον… δεν υπάρχουν χρήματα δια να πληρωθώσιν οι οικοδόμοι και οι ξυλουργοί δια τας γενομένας επισκευάς αυτής ταύτης της διαμονής σας…». Ο Καποδίστριας πήρε μέτρα όπως: 1. καθιέρωσε την ισότητα του φόρου (μέτρο δικαιοσύνης), 2. επέβαλλε αυστηρές ποινές στους καταχραστές δημοσίους υπαλλήλους, 3. κατεδίωξε τους ληστές και επέφερε ασφάλεια στις απομεμακρυσμένες περιοχές, 4. άρχισε οικονομία από την ιεραρχία του κράτους περιορίζοντας τα 7 υπουργεία και τους 185 αρχιγραμματείς της κεντρικής διοίκησης σε 11 υπαλλήλους και 1 γενικό γραμματέα. Το έλλειμμα όμως ήταν τεράστιο και ενώ τα έξοδα ήσαν 25,6 εκατομ. γρόσια,τα έσοδα ήσαν μόλις 8,5 εκατομ. γρόσια. Τα δύο δάνεια που ήδη είχαν ληφθεί είχαν σπαταληθεί και τα χρεολύσια ανεστάλησαν. Έτσι η πίστη προς το ελληνικό κράτος χάθηκε και παρά τις προσπάθειες του κυβερνήτη να έρθει σε συνεννόηση με τους δανειστές και να πάρει νέο δάνειο από 60 εκατομ. γρόσια, αυτό δεν κατέστη δυνατό και το μόνο που πέτυχε ο εκλεγείς ως βασιλιάς της Ελλάδος Λεοπόλδος ήταν να πάρει υπόσχεση για 37 εκατ. γρόσια μόνο και αυτά για δαπάνες του στρατού. Έτσι ο Λεοπόλδος αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 23 Ιουλίου 1830. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, η Αγγλία προσέφερε δάνειο 5 εκατομ. φράγκων και η Ρωσία μεταξύ των ετών 1828-1830 προσέφερε 3,5 εκατομ. ρούβλια και πολεμοφόδια. Ο Καποδίστριας παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλε (ακόμη και της έκδοσης ακαλύπτου νομίσματος) τελικά άφησε στο ταμείο 30-40.000 γρόσια. Όταν ο Όθωνας ήρθε στην Ελλάδα η κατάσταση ήταν κρίσιμη. «Πήρε» το δάνειο των 60 εκατομ. χρυσών φράγκων με ετήσιο επιτόκιο 5% το οποίο εγγυήθηκαν οι Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία. Η Ελλάδα όμως αντί των 60 εκατομ. εισέπραξε μόνο 469.682 φράγκα, αφού τα υπόλοιπα διατέθηκαν σε οφειλέτες: 11.222,598 χρυσά φράγκα στην Τουρκία για εξαγορά της Φθιώτιδος και της Φωκίδας, 1.215.947 χρ. φρ. στη Ρωσία για εξόφληση προκαταβολών προς την Ελλάδα, 333.333 χρ. φρ. στη Γαλλία για τον ίδιο σκοπό, 249.825 στον φιλέλληνα Eynard για ποκαταβολές προς την Ελλάδα, 14.167.282 για δαπάνες του στρατού των Βαυαρών στην Ελλάδα, 341.333 σε δανειστές της Ελλάδος και σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν και 2.760.910 χρ. φράγκα που κράτησε ο οίκος Rothschild, που έδωσε το δάνειο, για εξόφληση των πρώτων ομολογιών του δανείου που κληρώθηκαν. Μετά την κατάληξη αυτή ο λαός υποβλήθηκε σε θυσίες και η λειτουργία του κράτους υπήρξε δυσχερής. Οι κυβερνήσεις μετά τη μεταπολίτευση ανέστειλαν την εξυπηρέτηση του δανείου και κατέβαλαν μέρος των υποχρεώσεων κάτω από την πίεση των ξένων δυνάμεων.

Πτώχευση του 1843: Τότε ο Κωλέττης πήρε δάνειο από τη Βαυαρία για την πληρωμή τοκοχρεωλυσίων και το 1845 τον ανάγκασαν να πληρώσει 2.667.771 δρχ. τα οποία είχε δανειστεί.

Πτώχευση του 1893: Ήταν η ισχυρότερη κάθε άλλης, αλλά φυσική, αφού τα ελλείμματα ήσαν διαδοχικά και το μεγάλο χρέος απορροφούσε τα έσοδα, ενώ η Ελλάδα και τότε ήταν έρμαιο των ξένων δανειστών της. Την ανήγγειλε επίσημα ο Τρικούπης στη βουλή το 1893 με την ιστορική φράση «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Είχε μόλις διαδεχθεί την κυβέρνηση Σωτηροπούλου η οποία είχε διαδεχθεί την κυβέρνηση Τρικούπη η οποία είχε διαδεχθεί την κυβέρνηση Δεληγιάννη (Μάρτιος 1892) στην οποία ο λαός απέδωσε οικονομική και πολιτική κακοδαιμονία παρ ότι είχε βελτιώσει τα οικονομικά και είχε πετύχει κάποια νομισματική σταθερότητα. Είχαν προηγηθεί δυσβάσταχτες οικονομικά επιστρατεύσεις για απελευθέρωση πατρίων εδαφών καθώς και η επέκταση του σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου.

Την πτώχευση αυτή ακολούθησαν τρεις νόμοι με τους οποίους κηρύχθηκε άκυρο το Β.Δ. 30.4.1893 του δανείου των 100 εκατομ. σε χρυσό που είχε ζητήσει η κυβέρνηση και στο οποίο δεν ανταποκρίθηκε αρκετά ο λαός και στη συνέχεια περιορίστηκαν τα τοκομερίδια όσων κατείχαν ομολογίες των δανείων σε χρυσό των ετών 1881, 1884, 1887, 1889 και 1890. Ανεστάλη η εξυπηρέτηση του χρεολυσίου, περιορίστηκε στο 30% το συμβατικό ποσό της υπηρεσίας των τόκων και τα εσωτερικά δάνεια σε δραχμές έμειναν άθικτα. Αυτό επιτεύχθηκε με τον Διεθνή Οικονομικό έλεγχο που επιβλήθηκε στην Ελλάδα. Ο έλεγχος αυτός εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα πέντε χρόνια μετά την πτώχευση του 1893, αφού το 1898 προηγήθηκε συμβιβασμός μετά των δανειστών της Ελλάδος που ήταν πολύ βαρύτερος σε σχέση με άλλους που μέχρι τότε είχαν επιβληθεί σε άλλα κράτη.

Πτώχευση 1932: Αυτή κατά κύριο λόγο οφειλόταν στην διεθνή οικονομική κρίση που ξέσπασε το 1929 και την ύφεση. Αυτή έπληξε και την Ελλάδα και τον Απρίλιο του 1932 είχαν μειωθεί τα φορολογικά έσοδα και οι συναλλαγματικοί πόροι και η χώρα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χρυσή βάση με συνέπεια να αυξηθούν απότομα και πάρα πολύ οι δαπάνες του εξωτερικού δημοσίου χρέους που υπολογιζόταν σε δραχμές και απετέλεσαν το 70% των τακτικών εσόδων. Έτσι η κυβέρνηση μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση προέβη σε αναστολή εξυπηρέτησης εσωτερικών και εξωτερικών δανείων, μείωσε κατά 25% την εξυπηρέτηση των τόκων, δηλαδή απεφάσισε την καταβολή του 75% των αρχικών τόκων των εσωτερικών δανείων σε δραχμές και ανέγραψε στον προϋπολογισμό ποσό που αντιστοιχούσε στο 25% του αρχικού ετησίου τόκου των δανείων σε χρυσό και ξένα νομίσματα, χωρίς να μεταφέρει αυτό το ποσό στο εξωτερικό. Είχε προηγηθεί μείωση των μισθών των υπαλλήλων του δημοσίου και μείωση κρατικών δαπανών για αύξηση των δημοσίων εσόδων. Το 1933 καταβαλλόταν το 27% του συμβατικού ονομαστικού τόκου, το 1934 το 35%, το 1935 το 40%, το 1936 το 40%. Τα υπόλοιπα ποσά των τόκων συμφωνήθηκε να αναδανειστούν από το ελληνικό κράτος με μορφή εκδόσεως Γραμματίων σε δραχμές. Από το 1937 διακόπηκε κάθε καταβολή τόκων για δάνεια σε ξένο νόμισμα επειδή οι κάτοχοι ομολογιών αρνιόντουσαν να δεχθούν το υπό της Ελληνικής κυβερνήσεως προσφερόμενο σε αυτούς ποσοστό του αρχικού τόκου. Από το 1941 (Κατοχή) διακόπηκε εντελώς η εξυπηρέτηση των εξωτερικών δανείων και νομιμοποιήθηκε με τον Α.Ν. 1318 το 1949 με αναστολή επ’ αόριστον, διακοπή που συνεχίστηκε μέχρι την πενταετία 1962 – 1967 οπότε έγινε διακανονισμός του προπολεμικού χρέους σε ξένο νόμισμα και σε δραχμές  με διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους εκπροσώπους των ξένων ομολογιούχων. Με τον διακανονισμό αυτό αναγνωρίστηκε στο 100% το οφειλόμενο κεφάλαιο των δανείων και συμφωνήθηκε η καταβολή κάποιων τόκων παλαιών. Ενώ για τους νέους, μετά τον διακανονισμό τόκους συμφωνήθηκε χαμηλότερος τόκος του αρχικού κατά την σύναψη συμβατικού, χωρίς το ποσοστό αυτού να μπορεί, αυξανόμενο μέχρι του 1970, να υπερβεί το 2%-3%. Για το σε δραχμές δημόσιο προπολεμικό χρέος της χώρας καθορίσθηκε το 1962 με διακανονισμό να διαγραφούν οι οφειλόμενοι τόκοι και να γίνει ουσιαστική περικοπή του κεφαλαίου. 


[1] Η κατάλυση, η μη απότιση των χρεών, η διαγραφή των χρεών άνευ πληρωμής. Η κατάλυση των χρεών ή πτώχευση και κυρίως η εκ προθέσεως ή υπαιτιότητας του πτωχεύσαντος.

[2] Πτώχευση κράτους: με τον όρο αυτό εννοούμε την αναστολή των πληρωμών των τοκοχρεολυσίων του δημοσίου χρέους αυτού του κράτους. Με τον όρο Πτώχευση εμπόρου: εννοείται η κατάσταση στην οποία περιήλθε ο οφειλέτης έμπορος που σταμάτησε τις πληρωμές του ή η κηρυχθείσα με δικαστική απόφαση χρεοκοπία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.