Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου (μετάφραση Βενιζέλου) Α – Βικιθήκη – Μέρος Α

Προοίμιον

1. Θουκυδίδης, ο Αθηναίος, έγραψε την ιστορίαν του πολέμου μεταξύ των Πελοποννησίων και των Αθηναίων. Την συγγραφήν αυτού ήρχισεν ευθύς εξ αρχής της εκρήξεώς του, διότι προείδεν ότι θ’ απέβαινε μεγάλος και περισσότερον αξιομνημόνευτος από κάθε προηγούμενον πόλεμον,

και εσυμπέραινε τούτο από το γεγονός ότι αμφότερα τα Κράτη κατήρχοντο εις αυτόν, ενώ ευρίσκοντο εις την ακμήν της παντός είδους στρατιωτικής δυνάμεώς των, και ότι έβλεπε τους λοιπούς Έλληνας είτε τασσόμενους αμέσως, είτε διανοουμένους τουλάχιστον να ταχθούν προς το εν ή το άλλο μέρος. Η κίνησις αυτή ετάραξε τωόντι βαθύτατα την Ελλάδα, και μέρος υπό τους βαρβάρους και σχεδόν τον κόσμον όλον. Τα προγενέστερα γεγονότα και τα έτι παλαιότερα δεν δύνανται να εξακριβωθούν σαφώς, ένεκα της παρόδου πολλού χρόνου. Αλλά από τεκμήρια, τα οποία, ωθών την έρευνάν μου μέχρι του απωτάτου παρελθόντος, κρίνω αξιόπιστα, άγομαι να πιστεύσω ότι δεν υπήρξαν μεγάλα, ούτε υπό πολεμικήν, ούτε υπό άλλην έποψιν.

2Αι μεταναστεύσεις

Διότι είναι προφανές ότι η χώρα που καλείται σήμερον Ελλάς δεν ήτο μονίμως κατοικημένη εξ αρχής, αλλ’ εγίνοντο εις το παρελθόν συχναί μεταναστεύσεις και οι κάτοικοι χωρίς πολλάς δυσκολίας εγκατέλειπαν τας εστίας των, εξαναγκαζόμενοι εις τούτο από νέους πολυαριθμοτέρους εκάστοτε εποίκους. Καθόσον ούτε το εμπόριον, όπως σήμερον διεξάγεται, υπήρχε τότε, ούτε ασφαλής διά ξηράς ή διά θαλάσσης συγκοινωνία, και καθένας εξεμεταλλεύετο το έδαφος, το οποιον είχε υπό την κατοχήν του, τόσον μόνον όσον ήρκει διά την συντήρησίν του. Ούτε πλούτον έσώρευαν, ούτε την γην εφύτευαν, τόσον μάλλον καθόσον αι εγκαταστάσεις των δεν ήσαν ωχυρωμέναι και ως εκ τούτου εφοβούντο μήπως από στιγμής εις στιγμήν άλλοι επιδρομείς επέλθουν και τους αφαιρέσουν κάθε τι που έχουν. Επειδή, εξ άλλου, επίστευαν ότι οπουδήποτε ημπορούν να εξασφαλίσουν την αναγκαίαν καθημερινήν τροφήν, εμετανάστευαν όχι απροθύμως και δι’ αυτό δεν ήσαν ισχυροί ούτε κατά το μέγεθος των πόλεων, ούτε κατά την πολεμικήν γενικώς παρασκευήν. Αλλά τα ευφορώτερα προ πάντων διαμερίσματα υπέκειντο εις διηνεκείς μεταβολάς των κατοίκων – όπως, λόγου χάριν, αι επαρχίαι, αι οποίαι σήμερον ονομάζονται Θεσσαλία και Βοιωτία, και το μεγαλύτερον μέρος της Πελοποννήσου, εκτός της Αρκαδίας, και από την άλλην Ελλάδα τα καλύτερα μέρη. Διότι η ευφορία της γης έφερεν αύξησιν της δυνάμεως ωρισμένων προσώπων, η οποία επροκάλει εμφυλίους σπαραγμούς, από τους οποίους τα διαμερίσματα αυτά εφθείροντο τόσον μάλλον, καθόσον ήσαν περισσότερον εκτεθειμένα εις εξωτερικάς επιδρομάς. Η Αττική, εν πάση περιπτώσει,λόγω του ότι το έδαφός της είναι ισχνόν και πτωχόν, υπήρξεν ανέκαθεν απηλλαγμένη από στάσεις και διά τον λόγον αυτόν διετήρησε πάντοτε τους ιδίους κατοίκους. Και έχομεν εδώ απόδειξιν του ισχυρισμού μου ότι, λόγω της μεταναστεύσεως, τα άλλα μέρη της Ελλάδος δεν ηυξήθησαν εις πληθυσμόν όπως η Αττική. Διότι οι δυνατώτεροι από εκείνους, όσοι, ένεκα εξωτερικών πολέμων ή εσωτερικών στάσεων εξεδιώκοντο από την άλλην Ελλάδα, κατέφευγαν εις τας Αθήνας ως εις τόπον ασφαλή, και, πολιτογραφούμενοι, κατέστησαν την πόλιν, ευθύς από τους παλαιότατους χρόνους, ακόμη πλέον πολυάνθρωπον, εις τρόπον ώστε επειδή η Αττική απέβη ανεπαρκής διά τον πληθυσμόν της πόλεως οι Αθηναίοι απέστειλαν αποικίας εις την Ιωνίαν.

3Το όνομα Ελλάς

Την αδυναμίαν, άλλωστε, των παλαιών καιρών μου φαίνεται ότι αποδεικνύει και το γεγονός προ πάντων ότι πριν από τα Τρωικά τίποτε δεν επεχείρησεν από κοινού η Ελλάς. Νομίζω μάλιστα ότι το όνομα αυτό ούτε είχε δοθή ακόμη εις όλην την χώραν, ούτε καν υπήρχε προ του Έλληνος, υιού του Δευκαλίωνος, αλλά τα διάφορα φύλα, και εις μεγαλυτέραν έκτασιν το Πελασγικόν, έδιδαν το όνομά των εις τα υπ’ αυτών κατοικούμενα διαμερίσματα. Αλλ’ από την εποχήν που ο Έλλην και οι υιοί του απέβησαν ισχυροί εις την Φθιώτιδα, και την βοήθειάν των επεκαλούντο οι κάτοικοι των άλλων πόλεων, τα διάφορα φύλα, συνεπεία της επικοινωνίας αυτής, ωνομάζοντο ήδη επί μάλλον και μάλλον Έλληνες, μολονότι πολύς επέρασε καιρός πριν το όνομα τούτο ημπορέση να επικράτηση γενικώς. Την καλυτέραν απόδειξιν παρέχει ο Όμηρος. Διότι, μολονότι έζησε πολύ ύστερον και από τα Τρωικά, πουθενά δεν ωνόμασε με το όνομα αυτό όλους, ούτε άλλους εκτός εκείνων που ηκολούθησαν τον Αχιλλέα από την Φθιώτιδα, οι οποίοι ήσαν και οι πρώτοι Έλληνες, αλλ’ αποκαλεί αυτούς εις τα ποιήματά του γενικώς Δαναούς και Αργείους και Αχαιούς. Ούτε βαρβάρους, άλλωστε, μνημονεύει διά τον λόγον, ως νομίζω, ότι ούτε οι Έλληνες είχαν ακόμη διακριθή διά κοινού αντιθέτου ονόματος. Οπωσδήποτε τα διάφορα ελληνικά φύλα, επί των οποίων το όνομα των Ελλήνων, λόγω κοινότητος της γλώσσης, εξηπλώνετο διαδοχικώς από μίαν περιφέρειαν εις άλλην, έως ότου επεξετάθη ακολούθως επί του συνόλου των, δεν έκαμαν καμμίαν κοινήν επιχείρησιν πριν από τα Τρωικά, ένεκα αδυναμίας και ελλείψεως αμοιβαίας επικοινωνίας. Άλλωστε, και την εκστρατείαν ακόμη κατά της Τροίας τότε μόνον επεχείρησαν από κοινού, όταν είχαν ήδη αποκτήσει αξιόλογον εμπειρίαν της θαλάσσης.

4Ο Μίνως και η πειρατεία

Ο Μίνως, εξ όσων κατά παράδοσιν γνωρίζομεν, πρώτος απέκτησε πολεμικόν ναυτικόν, και εκυριάρχησεν επί του μεγαλυτέρου μέρους της θαλάσσης, η οποία ονομάζεται σήμερον Ελληνική. Κατακτήσας τας Κυκλάδας νήσους, ίδρυσεν αποικίας εις τας περισσοτέρας από αυτάς, αφού εξεδίωξε τους Κάρας και εγκατέστησε τους υιούς του ως κυβερνήτας. Ως εκ τούτου και την πειρατείαν φυσικά κατεδίωκεν όσον ημπορούσεν από την θάλασσαν αυτήν, διά να περιέρχωνται εις αυτόν ασφαλέστερον τα εισοδήματα των νήσων.

5. Διότι εις την παλαιάν εποχήν οι Έλληνες, και όσοι από τους βαρβάρους εκατοικούσαν είτε τα ηπειρωτικά παράλια, είτε νήσους, όταν ήρχισαν να επικοινωνούν μεταξύ των συχνότερον δια θαλάσσης, επεδόθησαν εις την πειρατείαν υπό την αρχηγίαν ανδρών εκ των δυνατωτάτων, οι οποίοι ωθούντο εις τούτο και από τον πόθον του προσωπικού κέρδους και από την ανάγκην όπως επαρκούν εις την συντήρησιν των απορωτέρων οπαδών των. Και επιτιθέμενοι κατά πόλεων ατειχίστων και αποτελουμένων από άθροισμα κωμών, τας διήρπαζαν και εντεύθεν επορίζοντο κυρίως τα προς το ζην, διότι το έργον τούτο δεν έφερεν εντροπήν, αλλ’ επέσυρε τουναντίον και κάποιαν δόξαν. Τον ισχυρισμόν μου τούτον αποδεικνύει όχι μόνον η μέχρι σήμερον συνεχιζομένη δράσις των κατοίκων της Στερεάς, οι οποίοι σεμνύνονται δια τα πειρατικά των κατορθώματα, αλλά και οι παλαιοί ποιηταί, εις τους στίχους των οποίων απευθύνεται πάντοτε στερεότυπος προς τους καταπλέοντας η ερώτησις εάν είναι πειραταί, καθόσον ούτε οι ερωτώμενοι εθεώρουν το έργον τούτο ανάξιον δια τους εαυτούς των, ούτε οι τυχόν απευθύνοντες την ερώτησιν αυτήν υβριστικήν. Και επί της Στερεάς, άλλωστε, ελήστευαν οι μεν τους δε. Και μέχρι σήμερον διατηρείται η συνήθεια αυτή της κατά κώμας οικήσεως και της διαρπαγής εις πολλά μέρη της Ελλάδος, όπως εις την χώραν των Οζολών Λοκρών, την Αιτωλίαν, την Ακαρνανίαν και τας παρακειμένας λοιπάς ηπειρωτικάς περιφερείας. Και η συνήθεια προς τούτοις της οπλοφορίας έχει διατηρηθή μεταξύ των πληθυσμών αυτών από την εποχήν της παλαιάς ληστείας.

6. Διότι όλοι οι Έλληνες ωπλοφόρουν λόγω του ότι αι κατά κώμας διεσπαρμένοι εγκαταστάσεις των ήσαν ανοχύρωτοι και αι προς αλλήλους συγκοινωνίαι επισφαλείς και ούτως εσυνήθισαν να διαιτώνται, φέροντες όπλα όπως οι βάρβαροι. Το γεγονός άλλωστε, ότι εις τα διαμερίσματα αυτά της Ελλάδος διατηρείται ακόμη ο τρόπος αυτός της διαίτης, είναι τεκμήριον ότι η συνήθεια αυτή επεκράτει άλλοτε γενικώς. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, υπήρξαν μεταξύ των πρώτων, οι οποίοι, αφού παρήτησαν την οπλοφορίαν, ηκολούθησαν δίαιταν μάλλον αβίαστον και ετράπησαν εις την τρυφηλότητα. Και από τους πλέον ηλικιωμένους μεταξύ των, οι πλούσιοι, ένεκα του αβροδιαίτου αυτών, μόλις εσχάτως έπαυσαν να φορούν λινούς χιτώνας και να συμπλέκουν επί της κεφαλής την κόμην των εις κρώβυλον διά χρυσής πόρπης, εχούσης το σχήμα τέττιγος. Ως εκ τούτου, άλλωστε, και ο ιματισμός αυτός επεκράτησεν επί πολύ μεταξύ των πλέον ηλικιωμένων Ιώνων, λόγω της φυλετικής προς τους Αθηναίους συγγενείας. Εξ άλλου, οι Λακεδαιμόνιοι πρώτοι μετεχειρίσθησαν την απλουστέραν ενδυμασίαν, η οποία σήμερον συνηθίζεται, και συγχρόνως η δίαιτα των ευπορωτέρων αφωμοιώθη γενικώς, όσον ήτο δυνατόν, προς την του κοινού λαού. Πρώτοι ωσαύτως κατά τους αθλητικούς αγώνας, αποβάλλοντες τα ενδύματά των, παρουσιάζοντο γυμνοί και ηλείφοντο με έλαιον. Αλλά παλαιότερον, ακόμη και εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, οι αθληταί, όταν ηγωνίζοντο, έφεραν διαζώματα περί τα αιδοία, και η συνήθεια αυτή διετηρείτο μέχρι προ ολίγων ετών και διατηρείται, ακόμη και σήμερον εις μερικούς βαρβάρους και ιδίως Ασιάτας, όπου οι αγωνιζόμενοι δια τα έπαθλα πυγμής και πάλης φέρουν διαζώματα. Αλλά θα ημπορούσε κανείς ν’ αποδείξη ότι και πολλάς άλλας συνήθειας είχαν οι παλαιοί Έλληνες, ομοίας με τας συνηθείας των σημερινών βαρβάρων.

7. Από τας πόλεις, εξ άλλου, όσαι συνωκίσθησαν εις μεταγενεστέρους χρόνους, όταν η ναυσιπλοΐα είχεν ήδη γίνει ασφαλεστέρα και συνεπώς είχαν αφθονίαν πλούτου, εκτίζοντο επάνω εις τα παράλια και οι ισθμοί κατελαμβάνοντο και απεχωρίζοντο με τείχος από το επίλοιπον έδαφος, χάριν του εμπορίου και της αμύνης εκάστης πόλεως εναντίον των γειτόνων της. Αλλ’ αι παλαιαί πόλεις, ένεκα της πειρατείας, η οποία επί πολύν χρόνον επεκράτησε, συνωκίσθησαν εις μεγαλυτέραν από την θάλασσαν απόστασιν, όπου και διατηρούνται μέχρι σήμερον. Διότι οι πειραταί δεν ελήστευαν μόνον οι μεν τους δε, αλλά και εκείνους, οι οποίοι, χωρίς να είναι ναυτικοί, κατώκουν τα παράλια.

8. Αλλ’ ακόμη περισσότερον επεδίδοντο εις την πειρατείαν οι νησιώται Κάρες και Φοίνικες, οι οποίοι είχαν κατοικήσει τας περισσοτέρας από τας νήσους, όπως τεκμαίρεται από το γεγονός ότι, όταν οι Αθηναίοι, διαρκούντος του πολέμου, προέβησαν εις τον καθαρμόν της Δήλου, εσήκωσαν όλους τους νεκρούς και τα φέρετρα όσων είχαν αποθάνει εις την νήσον, περισσότεροι από τους μισούς θαμμένους ευρέθησαν ότι ήσαν Κάρες και ανεγνωρίσθησαν ως τοιούτοι και από το είδος του οπλισμού, ο οποίος είχε συνταφή με αυτούς, και από τον τρόπον της ταφής, ο οποίος και σήμερον συνηθίζεται μεταξύ των. Αλλ’ αφότου συνεκροτήθη το πολεμικόν ναυτικόν του Μίνωος, αι δια θαλάσσης συγκοινωνίαι έγιναν ασφαλέστεροι, αφ’ ενός μεν διότι οι κακοποιοί των νήσων αυτών εξεδιώχθησαν υπ’ αυτού, κατά την εποχήν ακριβώς που προέβη εις εποικισμόν των περισσοτέρων, εξ αλλού δε διότι οι κάτοικοι των παραλίων ήρχισαν ήδη ν’ αποκτούν μεγαλυτέρας περιουσίας και να έχουν μονιμωτέραν κατοικίαν, και μερικοί μάλιστα, όπως ήτο φυσικόν δι’ ανθρώπους, των οποίων ηύξανε καθημερινώς ο πλούτος, και με τείχη περιέβαλλαν τας πόλεις των. Διότι, ένεκα του γενικού πόθου του κέρδους και οι ασθενέστεροι ηνείχοντο την εξάρτησιν από τους ισχυροτέρους και οι δυνατώτεροι, διαθέτοντες πλούτον, καθίστων υπηκόους των τας υποδεεστέρας πόλεις. Και μόνον βραδύτερον, όταν είχαν ήδη έτι μάλλον προαχθή εις την κατάστασιν αυτήν, εξεστράτευσαν κατά της Τροίας.

9Ο Τρωϊκός πόλεμος

Και ο Αγαμέμνων, ως φρονώ, κατώρθωσε να συγκεντρώση την ναυτικήν εκστρατείαν εναντίον της Τροίας, διά τον λόγον ότι υπερείχε κατά την δύναμιν από τους άλλους ηγεμόνας, και όχι τόσον διότι οι μνηστήρες της Ελένης, των οποίων υπήρξεν αρχιστράτηγος, είχαν δεσμευθή με τους όρκους που τους επέβαλεν ο Τυνδάρεως. Και όσοι, άλλωστε, από τους Πελοποννησίους παρέλαβαν από τους προγενεστέρους τας ασφαλεστέρας παραδόσεις διηγούνται ότι ο Πέλοψ απέκτησεν αρχικώς δύναμιν λόγω του μεγάλου πλούτου, με τον οποίον ήλθεν από την Ασίαν εις χώραν, της οποίας ο πληθυσμός ήτο πτωχός, και διά τούτο κατώρθωσε, μολονότι ξένος, να δώση εις αυτήν το όνομά του, και ότι ακόμη καλυτέρα τύχη επερίμενε τους απογόνους του μετά τον θάνατον του εγγονού του Ευρυσθέως, βασιλέως των Μυκηνών, ο οποίος εφονεύθη από τους Ηρακλείδας εις την Αττικήν. Καθόσον, όταν ούτος εξεστράτευσεν εκεί, ενεπιστεύθη την αντιβασιλείαν των Μυκηνών, λόγω συγγενείας, εις τον αδελφόν της μητρός του Ατρέα (ο οποίος κατά την εποχήν εκείνην ήτο εξωρισμένος από τον πατέρα του Πέλοπα διά τον φόνον του Χρυσίππου). Και επειδή ο Ευρυσθεύς δεν επέστρεψε πλέον, ο Ατρεύς, ο οποίος άλλωστε εθεωρείτο ανήρ πλουσιώτατος και είχε κολακεύσει το πλήθος, ανέλαβε την βασιλείαν των Μυκηνών και γενικώς των μερών, επί των οποίων εξετείνετο η αρχή του Ευρυσθέως, συμφώνως άλλωστε με την επιθυμίαν αυτών των Μυκηναίων, οι οποίοι επί πλέον εφοβούντο τους Ηρακλείδας. Και έτσι ο οίκος του Πέλοπος έγινεν ισχυρότερος από τον οίκον του Περσέως. Τα δύο αυτά σκήπτρα αφού ήνωσεν εις χείρας του ο Αγαμέμνων, υιός του Ατρέως, και έγινε συγχρόνως ισχυρότερος από τους άλλους κατά την ναυτικήν δύναμιν, κατώρθωσεν, όπως εγώ νομίζω, να συγκέντρωση την εκστρατείαν, διότι οι ηγεμόνες τον ηκολούθησαν, όχι κατά χάριν, αλλ’ από φόβον. Διότι εις την εκστρατείαν προσήλθεν έχων ο ίδιος τα περισσότερα πλοία και συγχρόνως εφωδίασε με τοιαύτα τους Αρκάδας, εάν η περί τούτου μαρτυρία του Ομήρου πρέπη να ληφθή υπ’ όψιν. Και εις τους στίχους, άλλωστε, όπου ομιλεί περί της διαδοχής του σκήπτρου, αναφέρει περί αυτού ο Όμηρος ότι εβασίλευσεν εις πολλάς νήσους καί ολόκληρον το Άργος. Εν τούτοις, εάν δεν είχεν αξιόλογον ναυτικήν δύναμιν, δεν θα ημπορούσε με τον στρατόν της ξηράς να βασιλεύη εις νήσους, εκτός των εγγύς της παραλίας κειμένων, αι οποίαι όμως δεν ημπορούσαν να είναι πολλαί. Και από την εστρατείαν άλλωστε αυτήν πρέπει να εικάζωμεν περί της σημασίας των προγενεστέρων.

10. Το ότι αι Μυκήναι ήσαν μικραί, η κάθε άλλη πόλις του τότε καιρού φαίνεται σήμερον ασήμαντος, δεν είναι αποχρών λόγος όπως αρνηθή κανείς να πιστεύση ότι η κατά της Τροίας εκστρατεία υπήρξεν όσον μεγάλη λέγεται από τους ποιητάς και παριστάνεται από την παράδοσιν. Διότι, εάν η πόλις των Λακεδαιμονίων ήθελεν ερημωθή και δεν απέμεναν παρά οι ναοί και τα θεμέλια των άλλων οικοδομημάτων, οι μεταγενέστεροι, μετά πάροδον πολλού χρόνου, νομίζω, δεν θα επίστευαν ότι η δύναμίς της υπήρξεν ανάλογος προς την φήμην της. Και, εν τούτοις, οι Λακεδαιμόνιοι όχι μόνον εξουσιάζουν αμέσως τα δύο πέμπτα της Πελοποννήσου, αλλά και έχουν την αρχηγίαν του υπολοίπου αυτής και πολλών συμμάχων εκτός αυτής. Εφόσον, εν τούτοις, η πόλις της Σπάρτης ούτε ένα συνοικισμόν απετέλεσε ποτέ, ούτε πολυτελείς ναούς και οικοδομάς έκτισεν, αλλά κατοικείται κατά κώμας, σύμφωνα με την παλαιάν συνήθειαν της Ελλάδος, η δύναμίς της θα εφαίνετο υποδεεστέρα της πραγματικής. Ενώ, εάν η πόλις των Αθηνών επάθαινεν ομοίαν συμφοράν, η δύναμίς της, κρινομένη από την απλήν εξωτερικήν εμφάνισιν, θα εφαίνετο, νομίζω, διπλασία της πραγματικής. Δεν είναι λοιπόν ορθόν να είμεθα δύσπιστοι, ούτε ν’ αποβλέπωμεν εις την εξωτερικήν εμφάνισιν των πόλεων μάλλον παρά εις την δύναμίν των, αλλά πρέπει να θεωρούμεν ότι η κατά της Τροίας εκστρατεία υπήρξε μεν μεγαλύτερα από τας προηγουμένας, υπολείπεται όμως των σημερινών, εάν πρέπη να πιστεύσωμεν και εδώ τα ποιήματα του Ομήρου. Διότι, μολονότι είναι φυσικόν να υποθέσωμεν ότι ούτος ως ποιητής μεγαλοποιεί δια της φαντασίας του την εκστρατείαν όμως και πάλιν φαίνεται αυτή υποδεεστέρα. Καθόσον, από τα χίλια διακόσια πλοία, που έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν, περιγράφει τα μεν των Βοιωτών ως έχοντα εκατόν είκοσι άνδρας έκαστον, τα δε του Φιλοκτήτου πενήντα, μνημονεύων ούτως, ως πιστεύω, τα μεγαλύτερα και τα μικρότερα πλοία. Εν πάση περιπτώσει, δεν μνημονεύει άλλου μεγέθους πλοία εις τον κατάλογόν του. Ότι, εξ άλλου, όλοι οι άνδρες του πληρώματος ήσαν κωπηλάται συγχρόνως και μάχιμοι, αναφέρει εν σχέσει προς τα πλοία του Φιλοκτήτου, όταν παριστάνη όλους τους κωπηλάτας ως τοξότας. Επιβάται, εξ άλλου, εκτός των βασιλέων και των κυριωτάτων εκ των εν τέλει, δεν είναι πιθανόν να επέβαιναν εις τα πλοία πολλοί, λόγω ιδίως ότι έμελλαν να διαπλεύσουν το πέλαγος μετά του πολεμικού υλικού εντός πλοίων τα οποία δεν είχαν καν κατάστρωμα, αλλά ήσαν κατεσκευασμένα κατά τον παλαιόν τρόπον, προσομοιάζοντα μάλλον προς τα πειρατικά. Εάν λοιπόν λάβωμεν τον μέσον όρον μεταξύ των μεγαλυτέρων και μικροτέρων πλοίων, οι εκστρατεύοντες δεν φαίνεται να ήσαν πολλοί, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ούτοι προήρχοντο από όλα συγχρόνως τα μέρη της Ελλάδος.

11. Αιτία τούτου ήτο όχι τόσον η ολιγανθρωπία όσον η αχρηματία. Διότι, ένεκα ελλείψεως επαρκών τροφίμων, εξεστράτευσαν με περιωρισμένην δύναμιν στρατού και τόσην μόνον, όσην ήλπιζαν ότι ημπορούσε να διατρέφεται από την χώραν, διαρκούντος του πολέμου. Αφού, άλλωστε, μετά την άφιξίν των ενίκησαν εις την πρώτην μάχην (ότι δε ενίκησαν αποδεικνύεται εκ του ότι εν εναντία περιπτώσει δεν θα ηδύναντο να περιχαρακώσουν το στρατόπεδόν των), ούτε τότε φαίνεται να μετεχειρίσθησαν ολόκληρον την δύναμίν των, αλλ’ ένεκα ανεπαρκείας τροφίμων επεδόθησαν εις καλλιέργειαν της Χερσονήσου και εις την διαρπαγήν. Και συνέπεια της διασποράς αυτής των δυνάμεων των ήτο, ότι οι Τρώες ημπόρεσαν ευκολώτερον να παρατείνουν την κατ’ αυτών αντίστασίν των επί του ανοικτού πεδίου, επί δέκα όλα έτη, ως γνωστόν, καθόσον ήσαν ισόπαλοι προς τους εκάστοτε υπολειπόμενους επί τόπου. Ενώ εάν ήρχοντο φέροντες άφθονα τρόφιμα και, αντί να επιδίδωνται εις την γεωργίαν και την διαρπαγήν, διεξήγαν τον πόλεμον άνευ διακοπής, θα κατώρθωναν διά της υπεροχής των εις τας εκ παρατάξεως μάχας να κυριεύσουν την Τροίαν, αφού και διεσπαρμένοι όπως ήσαν, και με μέρος μόνον του στρατού των εκάστοτε διαθέσιμον, αντείχαν. Εάν, εξ άλλου, επολιορκούσαν κανονικώς την Τροίαν, στρατοπεδεύοντες προ αυτής, θα την εκυρίευαν ταχύτερον και ακοπώτερον. Αλλ’ ένεκα αχρηματίας και τα προ των Τρωικών υπήρξαν ασήμαντα και αυτή, εξ άλλου, η κατά της Τροίας εκστρατεία, μολονότι υπήρξεν ονομαστοτέρα από τας προηγουμένας, αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι ήτο υποδεεστέρα της φήμης της και της παραδόσεως, η οποία επικρατεί περί αυτής σήμερον χάρις εις τους ποιητάς.

12Αι μετά τα Τρωικά μεταναστεύσεις

Καθόσον και μετά τα Τρωικά ακόμη αι μεταναστεύσεις και νέαι εγκαταστάσεις εξηκολούθησαν εις την Ελλάδα, εις τρόπον ώστε δι’ έλλειψιν ησυχίας, δεν ημπόρεσεν αύτη να αναπτυχθή. Τωόντι, η μεγάλη βραδύτης της επιστροφής των Ελλήνων από την Τροίαν είχε προκαλέσει πολλάς πολιτικάς μεταβολάς, καθ’ όσον συχναί στάσεις εγίνοντο εις τας πόλεις και όσοι συνεπεία αυτών εξωρίζοντο ίδρυαν νέας τοιαύτας. Και οι σημερινοί Βοιωτοί, εκδιωχθέντες το εξηκοστόν έτος μετά την άλωσιν της Τροίας υπό των Θεσσαλών από την Άρνην, εγκατεστάθησαν εις την χώραν, η οποία σήμερον καλείται Βοιωτία, ενώ πρότερον εκαλείτο Καδμηΐς (μέρος, άλλωστε, αυτών ήτο ήδη εγκατεστημένον από πριν εκεί, και από αυτούς προήρχοντο οι Βοιωτοί που έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν κατά της Τροίας). Και οι Δωριείς με τους Ηρακλείδας κατέλαβαν την Πελοπόννησον το ογδοηκοστόν έτος. Ως εκ τούτου, μόλις μετά παρέλευσιν πολλού καιρού ησύχασεν οριστικώς η Ελλάς και ο πληθυσμός της έπαυσεν υποκείμενος εις βιαίας μετακινήσεις, οπότε και ήρχισε ν’ αποστέλλη αποικίας. Και οι μεν Αθηναίοι απώκισαν τας Ιωνικάς πόλεις της Μικράς Ασίας και τας περισσοτέρας νήσους του Αιγαίου πελάγους, οι δε Πελοποννήσιοι το πλείστον της Ιταλίας και Σικελίας και μερικά άλλα μέρη της λοιπής Ελλάδος. Όλαι αυταί άλλωστε αι αποικίαι ιδρύθησαν μετά τα Τρωικά.

13Αι ισχυρότεραι ναυτικαί δυνάμεις

Αλλ’ εφόσον η Ελλάς εγίνετο ισχυρότερα, και η αύξησις του πλούτου ταχύτερα παρά πριν, εις τας πόλεις, των οποίων αι πρόσοδοι ηύξαναν, εγκαθιδρύοντο ως επί το πλείστον τυραννίδες, ενώ πρότερον ήσαν κληρονομικαί βασιλείαι με περιωρισμένα προνόμια. Και ναυτικά εξήρτυαν οι Έλληνες και εις την θάλασσαν επεδίδοντο περισσότερον. Λέγεται, άλλωστε, ότι οι Κορίνθιοι πρώτοι απεδέχθησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου τον σημερινόν τρόπον της κατασκευής των πλοίων και της διοικήσεως του ναυτικού και ότι αι πρώται ελληνικαί τριήρεις εναυπηγήθησαν εις την Κόρινθον. Και φαίνεται ότι ο Αμεινοκλής, Κορίνθιος ναυπηγός, κατεσκεύασε τέσσαρα πολεμικά πλοία διά την Σάμον, όπου μετέβη τριακόσια περίπου έτη προ του τέλους του παρόντος πολέμου. Και η παλαιοτάτη γνωστή ναυμαχία έγινε μεταξύ Κορινθίων και Κερκυραίων διακόσια εξήντα έτη προ της ιδίας χρονολογίας. Διότι η Κόρινθος, κειμένη επί του Ισθμού, ήτο εκ παλαιότατων ήδη χρόνων κέντρον εμπορίου, και καθόσον οι Έλληνες το πάλαι, και οι εντός της Πελοποννήσου και οι εκτός αυτής, επικοινωνούντες προς αλλήλους διά ξηράς μάλλον ή διά θαλάσσης, διήρχοντο διά του εδάφους των Κορινθίων, ο πλούτος της ήτο ανέκαθεν πηγή δυνάμεως, ως αποδεικνύεται από τους παλαιούς ποιητάς, οι οποίοι την πόλιν επωνόμασαν “αφνειόν”, ήτοι πλουσίαν. Και όταν η ναυσιπλοΐα έγινε συχνοτέρα μεταξύ των Ελλήνων, οι Κορίνθιοι απέκτησαν τον πολεμικόν στόλον των και κατεδίωκαν την πειρατείαν, παρέχοντες δε κέντρον εμπορίου κατά γην και κατά θάλασσαν, προήγαγαν την πόλιν διά των αυξηθέντων εισοδημάτων της εις μεγάλην δύναμιν. Και oι Ίωνες επίσης απέκτησαν βραδύτερον σημαντικόν στόλον επί Κύρου, του πρώτου βασιλέως των Περσών, και του υιού του Καμβύσου, και πολεμούντες κατά του Κύρου εκυριάρχησαν επί τίνα χρόνον της θαλάσσης, η οποία εκτείνεται πλησίον των ακτών των. Και ο Πολυκράτης, τύραννος της Σάμου επί της εποχής του Καμβύσου, έχων ισχυρόν στόλον, υπέταξε και άλλας από τας νήσους και κυριεύσας την Ρήνειαν την αφιέρωσεν εις τον Δήλιον Απόλλωνα. Ενώ, εξ άλλου, οι Φωκαείς, καθ’ ον χρόνον απώκιζαν την Μασσαλίαν, ναυμαχήσαντες προς τους Καρχηδονίους, τους ενίκησαν.

14. Αυτά τωόντι υπήρξαν τα ισχυρότατα ναυτικά της Ελλάδος. Αλλά μολονότι συνεκροτήθησαν κατόπιν από πολλάς γενεάς των Τρωικών, βέβαιον είναι ότι και αυτά ακόμη απετελούντο από πεντηκοντόρους και μακρά πλοία, όπως και τα της εποχής του Τρωικού πολέμου, ολίγας δε μόνον τριήρεις περιελάμβαναν. Ολίγον μόνον προ των Περσικών πολέμων και του θανάτου του Δαρείου, ο οποίος διεδέχθη τον Καμβύσην, οι τύραννοι της Σικελίας και οι Κερκυραίοι απέκτησαν τριήρεις εις σημαντικόν αριθμόν. Και αυτά είναι τα τελευταία προ της εκστρατείας του Ξέρξου αξιόλογα ναυτικά, τα οποία συνεκροτήθησαν εις την Ελλάδα. Διότι οι Αιγινήται και οι Αθηναίοι και κάθε τυχόν άλλη ναυτική δύναμις είχαν ασημάντους στόλους, και τούτους κατά το πλείστον αποτελούμενους από πεντηκοντόρους. Και μόνον βραδύτερον έπεισεν ο Θεμιστοκλής τους Αθηναίους, ενώ ευρίσκοντο ήδη εις πόλεμον προς τους Αιγινήτας και ανεμένετο ο βάρβαρος, να κατασκευάσουν τα πολεμικά πλοία, με τα οποία και εναυμάχησαν εις την Σαλαμίνα. Και τα πλοία άλλωστε αυτά δεν είχαν ακόμη κατάστρωμα καθ’ όλον το μήκος των.

15. Τοιαύτα λοιπόν υπήρξαν τα ναυτικά των Ελλήνων και τα παλαιά και τα νεώτερα. Οπωσδήποτε, όσοι έστρεψαν την προσοχήν και δραστηριότητα των εις αυτά, απέκτησαν σημαντικήν δύναμιν, όχι μόνον διά της αυξήσεως των εισοδημάτων των, αλλά και διά της επεκτάσεως της κυριαρχίας των επί άλλων. Διότι, πλέοντες κατά των νήσων, όσαι ιδίως δεν είχαν χώραν επαρκή, ήρχισαν να τας καθυποτάσσουν. Κατά ξηράν, όμως, κανείς πόλεμος δεν έγινε, τοιούτος, τουλάχιστον, από τον οποίον να προέλθη σημαντική αύξησις δυνάμεως, αλλ’ όλοι όσοι τυχόν έγιναν, ήσαν πόλεμοι μεταξύ ομόρων, ενώ εκστρατείαι εις ξένας και μακρυνάς χώρας χάριν κατακτήσεως άλλων δεν επεχείρουν οι Έλληνες. Διότι ούτε με τα ισχυρότερα κράτη ετάσσοντο ως υπήκοοι, ούτε, εξ άλλου, ηνώνοντο εθελουσίως ως ίσοι προς κοινήν εκστρατείαν, αλλ’ οι πόλεμοί των ήσαν μάλλον πόλεμοι μεμονωμένως διεξαγόμενοι από ένα γείτονα εναντίον του άλλου. Πόλεμος, εις τον οποίον οι λοιποί Έλληνες διαιρεθέντες ετάχθησαν ως σύμμαχοι του ενός η του άλλου, υπήρξε κυρίως ο πόλεμος που έγινε πάλαι ποτέ μεταξύ Χαλκιδέων και Ερετριέων.

16Ανάδειξις των Αθηνών και της Σπάρτης

Διάφορα, εν τούτοις, κωλύματα επήλθαν που παρημπόδισαν την ανάπτυξιν των διαφόρων Ελληνικών πόλεων. Και οι Ίωνες είχαν φθάσει εις μεγάλην ακμήν, όταν ο Κύρος και το Περσικόν βασίλειον, αφού κατέλυσαν την αρχήν του Κροίσου και υπέταξαν όλην την εντεύθεν του Άλυος ποταμού μέχρι της θαλάσσης χώραν, εξεστράτευσαν κατ’ αυτών και υπεδούλωσαν τας επί της στερεάς Ιωνικάς πόλεις. Και ο Δαρείος βραδύτερον, όταν επεκράτει κατά θάλασσαν διά του φοινικικού στόλου, υπέταξε και τας νήσους.

17. Οι τύραννοι, εξ άλλου, όσοι εκυβέρνων Ελληνικάς πόλεις, αποβλέποντες μόνον εις την προαγωγήν του συμφέροντος των, την προσωπικήν των δηλαδή ασφάλειαν και την μεγέθυνσιν του οίκου των, ηκολούθουν κατά την διοίκησίν των πολιτικήν, αποσκοπούσαν εις την όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν εξασφάλισιν των κτήσεων των, και διά τούτο τίποτε το αξιόλογον δεν έγινεν από αυτούς, εκτός ατομικών επιτυχιών εναντίον γειτόνων. Εξαιρώ βέβαια τους τυράννους της Σικελίας, οι όποιοι έφθασαν εις μεγίστην δύναμιν. Ούτως, ένεκα ποικίλων λόγων, η Ελλάς ημποδίζετο επί μακρόν χρόνον να επιχειρήση από κοινού κάτι το αξιόλογον και εκάστη των πόλεων αυτής κατ’ ιδίαν ηναγκάζετο να είναι ατολμοτέρα.

18. Επί τέλους, οι τύραννοι των Αθηνών και της άλλης Ελλάδος, το πλείστον της οποίας είχε διατελέσει υπό τυράννους και πριν ακόμη από την πόλιν των Αθηνών, οι περισσότεροι τουλάχιστον από αυτούς, πράγματι δε και οι τελευταίοι, εάν εξαιρέσωμεν τους της Σικελίας, κατελύθησαν υπό των Λακεδαιμονίων. Διότι η Λακεδαίμων, μολονότι, αφού εκτίσθη από τους ήδη κατοικούντας αυτήν Δωριείς, διετέλεσε σπαρασσόμενη από στάσεις περισσότερον καιρόν από κάθε άλλην πόλιν από όσας γνωρίζομεν, όμως επέτυχε να ευνομηθή από παλαιοτάτην εποχήν και διετέλεσεν αείποτε απηλλαγμένη από τυράννους. Διότι επί τετρακόσια ήδη έτη προ του τέλους του παρόντος πολέμου, ίσως και ολίγον περισσότερον χρόνον, οι Λακεδαιμόνιοι διατηρούν το ίδιον πολίτευμα, και αυτός είναι ο λόγος, ένεκα του οποίου έγιναν ισχυροί και ημπόρεσαν να ρυθμίζουν και τα των άλλων πόλεων. Ολίγον χρόνον από την κατάλυσιν των τυράννων εις την Ελλάδα, έγινε και η μάχη του Μαραθώνας μεταξύ Περσών και Αθηναίων. Δέκα άλλωστε έτη μετά την μάχην αυτήν ο βάρβαρος ήλθε πάλιν με τον μεγάλον στρατόν και στόλον του εναντίον της Ελλάδος, διά να την υποδούλωση. Και ενώπιον του επικρεμασθέντος μεγάλου κινδύνου, οι Λακεδαιμόνιοι, λόγω του ότι ήσαν το ισχυρότερον ελληνικόν κράτος, ανέλαβαν την αρχηγίαν των συμπολεμησάντων Ελλήνων, και οι Αθηναίοι, αποφασίσαντες καθ’ ον χρόνον επήρχοντο οι Πέρσαι να εγκαταλείψουν την πόλιν και παραλαβόντες τα κινητά των, επεβιβάσθησαν επί των πολεμικών πλοίων και έγιναν ναυτικοί. Και αφού, διά του κοινού αγώνος, απέκρουσαν τους Πέρσας, ολίγον χρόνον ύστερον οι Έλληνες, και όσοι είχαν αποσείσει τον ζυγόν του βασιλέως, και όσοι είχαν λάβει μέρος εις τον κοινόν κατ’ αυτού αγώνα, διηρέθησαν, και άλλοι μεν ετάχθησαν με τους Αθηναίους, άλλοι δε με τους Λακεδαιμονίους. Διότι τα δύο αυτά κράτη είχαν αναδειχθή ως τα ισχυρότερα, των μεν Αθηναίων επικρατούντων κατά θάλασσαν, των δε Λακεδαιμονίων κατά ξηράν. Ο εθνικός σύνδεσμος των Ελλήνων διετηρήθη ολίγον μόνον καιρόν, έπειτα όμως περιελθόντες εις διενέξεις οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι επολέμησαν με τους συμμάχους των εναντίον αλλήλων, και από τους άλλους Έλληνας, όσοι τυχόν περιήρχοντο μεταξύ των εις έριδας, ετάσσοντο του λοιπού με τον ένα ή τον άλλον εξ αυτών. Εις τρόπον ώστε, από την εποχήν των Μηδικών συνεχώς, μέχρι του παρόντος πολέμου, άλλοτε μεν συνομολογούντες ειρήνην, άλλοτε δε πολεμούντες, είτε προς αλλήλους είτε προς τους επαναστατούντας από τους συμμάχους των, παρεσκευάσθησαν καλώς διά τα πολεμικά πράγματα και έγιναν εμπειρότεροι εις αυτά, λόγω του ότι εμαθήτευσαν εις την σχολήν των κινδύνων.

19. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ήσκουν την αρχηγίαν αυτών επί των συμμάχων των, όχι καθιστώντες αυτούς φόρου υποτελείς, αλλά μεριμνώντες μόνον όπως κυβερνώνται κατά πολίτευμα ολιγαρχικόν, προς το αποκλειστικόν της Σπάρτης συμφέρον. Οι Αθηναίοι όμως υπεχρέωσαν με τον καιρόν τας συμμάχους πόλεις, εκτός της Χίου και της Λέσβου, να τους παραδώσουν τα πολεμικά των πλοία, και επέβαλαν την πληρωμήν φόρου και εις όσας δεν επλήρωναν τούτον αρχικώς. Και έτσι τα ιδιαίτερα πολεμικά μέσα των Αθηνών έφθασαν να είναι ανώτερα από την δύναμιν, την οποίαν διέθετεν η ομοσπονδία των κατά την εποχήν της ακμής, όταν διετηρείτο ανόθευτος.

20Η μέθοδος της ερεύνης

Εις τοιαύτα λοιπόν κατέληξε συμπεράσματα η έρευνά μου περί των παλαιών, ως προς τα οποία δεν ημπορεί κανείς να δώση πίστιν εις όλας τας υπαρχούσας παραδόσεις. Διότι οι ανθρώποι αποδέχονται εξ ίσου αβασανίστως όσα εξ ακοής μανθάνουν περί των παρελθόντων πραγμάτων, και όταν ακόμη αναφέρωνται εις την ιδικήν των χώραν. Ούτω, λόγου χάριν, οι περισσότεροι από τους Αθηναίους νομίζουν ότι ο Ίππαρχος ήτο πράγματι τύραννος, όταν εφονεύθη από τον Αρμόδιον και τον Αριστογείτονα, και αγνοούν ότι ο μεν Ιππίας, ως πρεσβύτερος των υιών του Πεσιστράτου, ήσκει την αρχήν, ενώ ο Ίππαρχος και ο Θεσσαλός ήσαν απλώς αδελφοί του, και ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, υποπτεύσαντες κατ’ εκείνην την ημέραν και ακριβώς κατά την στιγμήν που επέκειτο η εκτέλεσις του σχεδίου των, ότι κάποιος από τους συνωμότας είχεν ειδοποιήσει τον Ιππίαν, παρήτησαν μεν αυτόν διά τούτο, θέλοντες όμως πριν συλληφθούν να κατορθώσουν κάτι άξιον λόγου, το οποίον να τους αποζημιώση διά τον κίνδυνον που διέτρεχαν, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, τον οποίον συνήντησαν πλησίον του Λεωκορείου, ενώ διηυθέτει την Παναθηναϊκήν πομπήν. Υπάρχουν, άλλωστε, και άλλα πολλά γεγονότα, τα οποία δεν ελησμονήθησαν λόγω πολυκαιρίας, αλλ’ είναι σύγχρονα, ως προς τα οποία και οι άλλοι Έλληνες διατελούν εις πλάνην, ως λόγου χάριν, ότι οι βασιλείς της Σπάρτης δίδουν έκαστος όχι μίαν, αλλά δύο ψήφους, και ότι οι Λακεδαιμόνιοι έχουν εις τον στρατόν των τον Πιτανάτην λόχον, ο οποίος ουδέποτε πραγματικώς υπήρξε. Τόσον απρόθυμοι είναι οι περισσότεροι ανθρώποι να υποβάλλονται εις κόπον προς αναζήτησιν της αληθείας και τρέπονται μάλλον προς ό,τι ευρίσκουν έτοιμον.

21. Εν τούτοις, δεν θα επλανάτο κανείς, εάν επί τη βάσει των ανωτέρω τεκμηρίων έκρινεν ότι τα του παλαιού καιρού ήσαν κατά μεγάλην προσέγγισιν τοιαύτα, όπως τα εξέθεσα. Ούτε πρέπει να δώση μεγαλυτέραν πίστιν εις τας υπερβολάς της φαντασίας των ποιητών, ούτε εις τας διηγήσεις των χρονογράφων, τας οποίας ούτοι εσύνθεσαν μάλλον διά να ευχαριστήσουν τους ακροατάς των παρά διά να ειπούν την αλήθειαν. Αι διηγήσεις αυταί είναι ανεξέλεγκτοι και κατά το πλείστον περιήλθαν ένεκα της πολυκαιρίας εις την χώραν των μύθων, ώστε να καταστούν απίστευτοι. Προκειμένου, εν τούτοις, περί πραγμάτων τόσον παλαιών, πρέπει να θεωρήση κανείς ότι ταύτα εξηκριβώθησαν αποχρώντως, επί τη βάσει των πλέον αναμφισβήτητων τεκμηρίων. Και μολονότι οι άνθρωποι, εφόσον μεν διεξάγουν ένα πόλεμον, τον θεωρούν ως τον μέγιστον, ενώ όταν τελειώση θαυμάζουν περισσότερον τους παλαιούς, ο Πελοποννησιακός πόλεμος, διά τον κρίνοντα επί τη βάσει αυτών των γεγονότων, θέλει αποδειχθή ότι υπήρξε μεγαλύτερος από όλους τους προηγουμένους.

22. Και ως προς μεν τους λόγους, τους απαγγελθέντας από διαφόρους, είτε κατά τας παραμονάς του πολέμου, είτε κατά την διάρκειαν αυτού, η ακριβής απομνημόνευσις των λεχθέντων ήτο δύσκολος, ή μάλλον αδύνατος, και εις εμέ, δι’ όσους ο ίδιος ήκουσα, και εις τους άλλους, όσοι μου ανεκοίνωσαν αυτούς από τα διάφορα μέρη όπου τους ήκουσαν. Διά τούτο τους έγραψα όπως ενόμισα, ότι έκαστος των ρητόρων ηδύνατο να ομιλήση προσφορώτερον προς την εκάστοτε περίστασιν, προσηλούμενος συγχρόνως όσον το δυνατόν περισσότερον εις την γενικήν έννοιαν των πραγματικώς λεχθέντων. Τα γεγονότα, εξ άλλου, του πολέμου έκρινα καθήκον μου να γράψω, όχι λαμβάνων τας πληροφορίας μου από τον πρώτον τυχόντα, ούτε όπως τα εφανταζόμην, αλλ’ αφού υπέβαλα εις ακριβέστατον έλεγχον και εκείνα των οποίων υπήρξα αυτόπτης μάρτυς και όσα έμαθα από άλλους. Αλλ’ η εξακρίβωσίς των ήτο έργον δύσκολον, διότι οι αυτόπται μάρτυρες των διαφόρων γεγονότων δεν εξέθεταν τα ίδια πράγματα κατά τον ίδιον τρόπον, αλλ’ έκαστος αναλόγως της μνήμης του ή της ευνοίας, την οποίαν είχε προς τον ένα η τον άλλον αντίπαλον. Ο αποκλεισμός του μυθώδους από την ιστορίαν μου ίσως την καταστήση ολιγώτερον τερπνήν ως ακρόαμα, θα μου είναι όμως αρκετόν, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμον όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή αντίληψιν των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώραν, και εκείνων τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Διότι την ιστορίαν μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινόν και όχι ως έργον προωρισμένον να υποβληθή εις διαγωνισμόν και ν’ αναγνωσθή εις επήκοον των πολλών, διά να λησμονηθή μετ’ ολίγον.

23Σύγκρισις του Πελοποννησιακού πολέμου προς τους παλαιοτέρους

Η σπουδαιοτέρα πολεμική επιχείρησις των προηγουμένων χρόνων είναι ο Περσικός πόλεμος, και του πολέμου όμως αυτού η έκβασις απεφασίσθη ταχέως με δυο πεζομαχίας και δύο ναυμαχίας. Ενώ ο παρών πόλεμος παρετάθη εις μέγα μήκος και συνωδεύθη από τοιαύτας συμφοράς, ομοίας των οποίων δεν είχε γνωρίσει η Ελλάς εις ίσον διάστημα χρόνου. Ουδέποτε άλλοτε τωόντι τόσαι πόλεις εκυριεύθησαν και ηρημώθησαν, άλλαι μέν από βαρβάρους, άλλαι δε από τους ιδίους τους Έλληνας, που επολέμουν οι μεν κατά των δε. Μερικαί μάλιστα από τας πόλεις αυτάς μετά την άλωσίν των και κατοίκους μετέβαλαν. Ουδέποτε εξορίαι και φόνοι υπήρξαν συχνότεροι, από όσους συνέβησαν είτε ως άμεσος συνέπεια του πολέμου, είτε ως αποτέλεσμα των εμφυλίων σπαραγμών. Και έτσι αι διηγήσεις των παρελθόντων χρόνων, αι οποίαι μας περιήλθαν διά της παραδόσεως, αλλ’ εβεβαιούντο σπανίως από γεγονότα, έπαυσαν να είναι απίστευτοι. Διότι και σεισμοί έγιναν μεγάλης εκτάσεως και συγχρόνως εντάσεως ισχυρότατης, και εκλείψεις ηλίου συχνότεραι από τας μνημονευομένας εις το παρελθόν, και ξηρασίαι μεγάλαι εις μερικά μέρη, από τας οποίας προεκλήθησαν λιμοί, και τέλος και η λοιμώδης νόσος, η οποία επροξένησε μεγίστην βλάβην και κατέστρεψε σημαντικόν αριθμόν ανθρώπων. Διότι όλαι αυταί αι συμφοραί ενέσκηψαν συγχρόνως με τον παρόντα πόλεμον, ο οποίος ήρχισεν, αφού οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι διέῤῥηξαν την Τριακονταετή ειρήνην, την οποίαν είχαν συνομολογήσει μετά την άλωσιν της Ευβοίας. Και έγραψα πρώτον τας αίτιας και τας διαφοράς, ένεκα των οποίων διέῤῥηξαν την ειρήνην, ώστε να μη ευρέθη κανείς εις το μέλλον εις την ανάγκην να εξετάση διά ποίον λόγον οι Έλληνες περιεπλέχθησαν εις τόσον μεγάλον πόλεμον.

Αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου

Η αληθεστάτη, πραγματικώς, αλλ’ ανομολόγητος αιτία υπήρξε, νομίζω, η αυξανομένη δύναμις των Αθηνών, η οποία επτόησε τους Λακεδαιμονίους και τους εξώθησεν εις πόλεμον. Οι λόγοι όμως, τους οποίους τα δύο μέρη επρόβαλαν δημοσία διά την διάῤῥηξιν της ειρήνης και την έκρηξιν του πολέμου, είναι οι εξής:

 

[Επεξεργασία]Τα Κερκυραϊκά

24. Άρνησις των Κερκυραίων να συνδιαλλάξουν τους ερίζοντας μεταξύ των Επιδαμνίους Εις τα δεξιά του εισπλέοντος την Αδριατικήν θάλασσαν, ευρίσκεται η πόλις Επίδαμνος, με την οποίαν γειτονεύουν οι Ταυλάντιοι βάρβαροι, έθνος Ιλλυρικόν. Την πόλιν απώκισαν μεν οι Κερκυραίοι, αλλ’ ιδρυτής υπήρξεν ο Κορίνθιος Φάλιος, υιός του Ερατοκλείδου, απόγονος του Ηρακλέους, μετακληθείς από την μητρόπολιν, κατά το γνωστόν παλαιόν έθιμον. Εις τον εποικισμόν έλαβαν μέρος και Κορίνθιοι και άλλοι Δωριείς. Με την πάροδον του χρόνου η Επίδαμνος έγινε σημαντική και πολυάνθρωπος. Αλλ’ επισυνέβησαν εμφύλιοι σπαραγμοί, διαρκέσαντες, ως λέγεται, πολλά έτη, και συνεπεία πολέμου με τους γείτονας βαρβάρους, οι Επιδάμνιοι εξέπεσαν και εστερήθησαν το μεγαλύτερον μέρος της δυνάμεώς των. Ολίγον τέλος προ του παρόντος πολέμου, ο λαός εξεδίωξε τους ολιγαρχικούς, οι οποίοι, ενωθέντες με τους βαρβάρους, ελήστευαν τους κατοίκους της Επιδάμνου και κατά γην και κατά θάλασσαν. Οι τελευταίοι, εξ άλλου, ευρισκόμενοι εις στενόχωρον θέσιν, απέστειλαν πρέσβεις εις την Κέρκυραν, ως την μητρόπολίν των, παρακαλούντες να μη προσβλέπουν με αδιαφορίαν την καταστροφήν των, αλλά να τους συνδιαλλάξουν με τους εξορίστους και να θέσουν τέρμα εις τον πόλεμον των βαρβάρων. Την παράκλησιν αυτήν υπέβαλαν οι πρέσβεις των, αφού εκάθισαν ως ικέται εις τον ναόν της Ήρας. Οι Κερκυραίοι, εν τούτοις, δεν εισήκουσαν την ικεσίαν, και οι πρέσβεις ανεχώρησαν άπρακτοι.

25Απόφασις των Κορινθίων περί επεμβάσεως εις Επίδαμνον

Oι Επιδάμνιοι, εννοήσαντες ότι ουδεμίαν βοήθειαν έπρεπε ν’ αναμένουν από την Κέρκυραν, δεν εγνώριζαν πώς ν’ αντιμετωπίσουν την περίστασιν, και αποστείλαντες εις τους Δελφούς, ηρώτησαν τον θεόν, εάν έπρεπε να παραδώσουν την πόλιν εις τους Κορινθίους ως οργανωτάς της αποικίας και προσπαθήσουν να επιτύχουν καμμίαν βοήθειαν από αυτούς. Ο θεός απήντησε παραγγέλλων να την παραδώσουν εις τους Κορινθίους και τεθούν υπό την ηγεσίαν των. Συνεπεία τούτου, οι Επιδάμνιοι ήλθαν εις την Κόρινθον, όπου, ανακοινώσαντες την απάντησιν του μαντείου και υπενθυμίσαντες συγχρόνως ότι ο αρχικός ιδρυτής της πόλεως των ήτο Κορίνθιος, παρέδωκαν εις αυτούς την αποικίαν και παρεκάλουν να έλθουν εις βοήθειάν των και να μη προσβλέπουν με αδιαφορίαν την καταστροφήν των. Οι Κορίνθιοι υπεσχέθησαν να βοηθήσουν, εν μέρει μεν χάριν προστασίας των δικαιωμάτων των, διότι εθεώρουν ότι η αποικία ήτο ιδική των εξ ίσου όσον και των Κερκυραίων, εν μέρει δε, διότι εμίσουν τους Κερκυραίους, καθόσον ούτοι, μολονότι άποικοι της Κορίνθου, εφέροντο ανευλαβώς προς την μητρόπολιν. Τωόντι, ούτε κατά τας κοινάς πανηγύρεις απέδιδαν εις αυτήν τας νενομισμένας τιμάς και πρωτοκαθεδρίας, ούτε κατά τας θυσίας ανεγνώριζαν εις τους Κορινθίους το δικαίωμα να λαμβάνουν πρώτοι τας καταρχάς, ως πράττουν αι λοιπαί αποικίαι. Συμπεριεφέροντο τουναντίον περιφρονητικώς προς αυτούς, διότι κατ’ εκείνον τον χρόνον, υπό έποψιν μεν της δυνάμεως, την οποίαν δίδει ο πλούτος, ήσαν ίσοι προς τους πλουσιοτέρους Έλληνας, υπό έποψιν δε πολεμικής παρασκευής δυνατώτεροι, ενώ κατά την ναυτικήν δύναμιν εκαυχώντο ενίοτε ότι υπερέχουν και κατά πολύ, λόγω του ότι οι Φαίακες, οι οποίοι ήσαν ονομαστοί διά την ναυτικήν των εμπειρίαν, είχαν κατοικήσει την Κέρκυραν πριν από αυτούς. Διά τον λόγον τούτον, πράγματι, εξηκολούθουν αναπτύσσοντες το ναυτικόν των και ήσαν πραγματικώς ισχυρότατοι, διότι κατά την έναρξιν του πολέμου είχαν εκατόν είκοσι τριήρεις.

26Πολιορκία της Επιδάμνου υπό των Κερκυραίων

Έχοντες λοιπόν όλας αυτάς τας αφορμάς παραπόνων, οι Κορίνθιοι έδωσαν ευχαρίστως την ζητηθείσαν βοήθειαν εις την Επίδαμνον, προσκαλέσαντες καθένα που ήθελε να μεταβή εκεί ως άποικος και αποστείλαντες φρουράν, αποτελουμένην από Αμπρακιώτας, Λευκαδίους και Κορινθίους. Η μετάβασις αυτών έγινε διά ξηράς μέχρι της Απολλωνίας, η οποία ήτο αποικία των Κορινθίων, εκ φόβου μήπως οι Κερκυραίοι τους εμποδίσουν μεταβαίνοντας διά θαλάσσης. Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, ως έμαθαν ότι οι άποικοι και η φρουρά είχαν φθάσει εις την Επίδαμνον και ότι η αποικία των είχε παραδοθή εις τους Κορινθίους, εξωργίσθησαν εις άκρον. Αποπλεύσαντες δε αμέσως με είκοσι πέντε πολεμικά πλοία και βραδύτερον με μεγαλυτέραν μοίραν στόλου, απήτησαν απειλητικώς από τους Επιδαμνίους ν’ αποπέμψουν την φρουράν και τους αποίκους που έστειλαν οι Κορίνθιοι και να δεχθούν οπίσω τους εξορίστους. Διότι οι τελευταίοι είχαν έλθει εις την Κέρκυραν, και υπενθυμίζοντες τους τάφους των κοινών προγόνων και την κοινήν καταγωγήν, την οποίαν επεκαλούντο, παρεκάλουν τους Κερκυραίους να τους αποκαταστήσουν εις τας εστίας των. Αλλ’ επειδή οι Επιδάμνιοι με καμμίαν από τας απαιτήσεις αυτάς δεν συνεμορφώθησαν, οι Κερκυραίοι, παραλαβόντες και τους Ιλλυριούς ως συμμάχους, και ακολουθούμενοι από τους εξορίστους, διά να τους αποκαταστήσουν εις τας εστίας των, εξεστράτευσαν εναντίον των με σαράντα πλοία. Στρατοπεδεύσαντες δε προ της πόλεως, εδημοσίευσαν προκήρυξιν, ότι οι ξένοι και όσοι από τους Επιδαμνίους θέλουν, ημπορούν να απέλθουν χωρίς να πάθουν τίποτε, ειδεμή θα τους μεταχειρισθούν ως εχθρούς. Αλλ’ επειδή η ταχθείσα προθεσμία παρήλθεν άπρακτος, οι Κερκυραίοι ήρχισαν την πολιορκίαν της πόλεως, η οποία είναι κτισμένη επάνω εις ισθμόν.

27Προετοιμασία των Κορινθίων

Οι Κορίνθιοι, εξ άλλου, άμα ως έμαθαν την πολιορκίαν από αγγελιαφόρους, σταλέντας από την Επίδαμνον, ήρχισαν να ετοιμάζονται όπως εκστρατεύσουν, και συγχρόνως επροκήρυξαν αποικίαν διά την Επίδαμνον, λέγοντες ότι οι νέοι άποικοι θα είχαν τα ίδια εντελώς δικαιώματα με τους παλαιούς, όσοι όμως ήθελαν να λάβουν μέρος εις την αποικίαν, αλλά να μην αναχωρήσουν αμέσως, ημπορούσαν να μείνουν, καταβάλλοντες πενήντα κορινθιακάς δραχμάς έκαστος. Και οι αμέσως απερχόμενοι ήσαν πολλοί, καθώς και oι καταβάλλοντες το χρήμα. Παρεκάλεσαν, εξ άλλου, και τους Μεγαρείς να τους συνοδεύσουν δι’ ιδίου στόλου, μήπως τυχόν εμποδιστούν ατό τους Κερκυραίους κατά τον πλουν. Και oι Μεγαρείς ητοιμάζοντο να συμπλεύσουν με οκτώ πλοία και οι Παλείς της Κεφαλληνίας με τέσσερα. Εζήτησαν επίσης την συνδρομην άλλων, εκ των οποίων οι Επιδαύριοι διέθεσαν πέντε πλοία, οι Ερμιονείς εν, οι Τροιζήνιοι δύο, οι Λευκάδιοι δέκα και οι Αμπρακιώται οκτώ. Από τους Θηβαίους και τους Φλειασίους εζήτησαν χρηματικήν επικουρίαν, και από τους Ηλείους, εκτός χρηματικής επικουρίας, και κενά πλοία. Οι ίδιοι, εξ άλλου, οι Κορίνθιοι παρεσκεύαζαν τριάντα πλοία και τρισχιλίους οπλίτας.

28Πρεσβεία Κερκυραίων εις Κόρινθον Όταν οι Κερκυραίοι έμαθαν τας ετοιμασίας αυτάς, παρέλαβαν πρέσβεις των Λακεδαιμονίων και Σικυωνίων και ελθόντες με αυτούς εις την Κόρινθον, απήτουν από αυτούς, καθό ξένους προς την Επίδαμνον, ν’ ανακαλέσουν την φρουράν και τους αποίκους που ευρίσκοντο ήδη εντός της πόλεως. Εάν όμως διεκδικούν αυτοί, δικαιώματα επί της Επιδάμνου, εδήλωναν ότι δέχονται να υποβάλουν την διαφοράν των εις την διαιτησίαν οιωνδήποτε πόλεων της Πελοποννήσου, τας οποίας θα ώριζαν και οι δύο εκ συμφώνου, και να κρατήση οριστικώς την αποικίαν εκείνος, εις τον οποίον θα επεδικάζετο. Εδήλωναν ακόμη ότι δέχονται να υποβληθή η διαφορά των εις το μαντείον των Δελφών. Αλλ’ εξώρκιζαν αυτούς να μην ωθήσουν τα πράγματα μέχρι πολέμου, ειδεμή και αυτοί, έλεγαν, εξωθούμενοι από τους Κορινθίους, θ’ αναγκασθούν μάλλον να συνάψουν νέας φιλίας αντί των σημερινών, χάριν της ιδίας των αμύνης. Οι Κορίνθιοι απήντησαν ότι δέχονται να εξετάσουν την πρότασιν των, εάν οι Κερκυραίοι αποσύρουν από την Επίδαμνον και τον στόλον των και τους βαρβάρους. Πριν όμως γίνη τούτο, δεν είναι ορθόν να διεξάγουν αυτοί δικαστικόν αγώνα, ενώ oι Επιδάμνιοι πολιορκούνται. Οι Κερκυραίοι, εν τούτοις, ανταπήντησαν ότι δέχονται την αντιπρότασιν των Κορινθίοιν, εάν και αυτοί αποσύρουν την φρουράν και τους αποίκους των που ευρίσκοντο ήδη εντός της Επιδάμνου. Αλλ’ ότι δέχονται επίσης να συνομολογηθή ανακωχή, επί τη βάσει της τηρήσεως του καθεστώτος, μέχρις εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως.

29Ήττα των Κορινθίων

Oι Κορίνθιοι, εν τούτοις, καμμίαν από τας προτάσεις αυτάς δεν ήθελαν να δεχθούν, αλλ’ ευθύς ως ητοιμάσθησαν τα πληρώματα του στόλου και προσήλθαν οι σύμμαχοι, προαπέστειλαν κήρυκα, διά να κηρύξη τον πόλεμον κατά των Κερκυραίων, μεθ’ ο απέπλευσαν διευρυνόμενοι προς την Επίδαμνον, με στόλον αποτελούμενον από εβδομήντα πέντε πλοία και δύο χιλιάδας οπλίτας, διά ν’ αρχίσουν τας εχθροπραξίας κατά των Κερκυραίων. Αρχηγοί του μεν στόλου ήσαν ο Αριστεύς, υιός του Πελλίχου, ο Καλλικράτης, υιός του Καλλίου, και ο Τιμάνωρ, υιός του Τιμάνθους, του δε πεζικού ο Αρχέτιμος, υιός του Ευρυτίμου, και ο Ισαρχίδας, υιός του Ισάρχου. Όταν έφθασαν εις το Άκτιον, κείμενον εις την περιφέρειαν του Ανακτορίου, κατά την είσοδον του Αμπρακικού κόλπου, όπου εγείρεται ο περιώνυμος ναός του Απόλλωνος, οι Κερκυραίοι απέστειλαν δι’ ελαφρού σκάφους κήρυκα, όπως απαγόρευση εις αυτούς να πλεύσουν εναντίον των, και συγχρόνως ήρχισαν επιβιβάζοντες τα πληρώματα, αφού προηγουμένως εδυνάμωσαν διά νέων ζυγών τα παλαιά πλοία, όπως τα καταστήσουν πλεύσιμα, και ενήργησαν τας αναγκαίας επί των λοιπών επισκευάς. Και επειδή και ο κήρυξ επιστρέψας δεν έφερε καμμιάν απάντησιν ειρηνικήν εκ μέρους των Κορινθίων, και τα πλοία του στόλου, ογδοήντα τον αριθμόν, είχαν συμπληρώσει τα πληρώματα των (διότι σαράντα άλλα επολιόρκουν την Επίδαμνον), εξέπλευσαν προς συνάντησιν του εχθρού και ταχθέντες εις τάξιν μάχης εναυμάχησαν, και νικήσαντες κατά κράτος, κατέστρεψαν δέκα πέντε πλοία των Κορινθίων. Την ιδίαν ημέραν συνέπεσε και οι πολιορκούντες την Επίδαμνον Κερκυραίοι ν’ αναγκάσουν αυτήν εις παράδοσιν, υπό τον όρον ότι οι μεν νέοι άποικοι θα πωληθούν ως δούλοι, oι δε Κορίνθιοι θα κρατηθούν εις τας φυλακάς μέχρις ότου αποφασισθή η περαιτέρω τύχη των.

30. Μετά την ναυμαχίαν, οι Κερκυραίοι έστησαν τρόπαιον εις την Λευκίμνην, ακρωτήριον της Κερκύρας, και τους μεν άλλους αιχμαλώτους εφόνευσαν, τους Κορινθίους όμως εκράτησαν φυλακισμένους. Όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοί των ανεχώρησαν μετά την ήτταν των, επιστρέφοντες με τα πλοία των εις τα ίδια, οι Κερκυραίοι έμειναν του λοιπού κύριοι όλου του Ιονίου πελάγους, και πλεύσαντες εις την Λευκάδα, αποικίαν των Κορινθίων, εδενδροτόμησαν μέρος της γης, εμπρήσαντες και την Κυλλήνην, επίνειον των Ηλείων, διότι είχε χορηγήσει πλοία και χρήματα εις τους Κορινθίους. Και το μεγαλύτερον άλλωστε διάστημα του θέρους αυτού μετά την ναυμαχίαν εκυριάρχουν της θαλάσσης εκείνης, και ενεργούντες επιδρομάς διά του στόλου, ελαφυραγώγουν τους συμμάχους των Κορινθίων, μέχρις ότου, ότε ήδη το θέρος είχε προχωρήσει πολύ, οι Κορίνθιοι, βλέποντες ότι οι σύμμαχοί των υπέφεραν, έστειλαν στόλον και στρατόν και εστρατοπέδευσαν εις το Άκτιον και περί το Χειμέριον της Θεσπρωτίδος, προς προστασίαν και της Λευκάδος και των αλλων πόλεων όσαι ήσαν φιλικαί προς αυτούς. Ο στόλος αντιθέτως και ο στρατός των Κερκυραίων εστρατοπέδευσαν εις την Λευκίμνην. Κανείς όμως από τους δύο δεν προέβαινεν εις επίθεσιν κατά του άλλου, αλλ’ αφού έμειναν αντιμέτωποι, κατά την υπολειπομένην διάρκειαν του θέρους, επέστρεψαν εις τα ίδια και οι μεν και οι δε, όταν ήδη είχεν επέλθει ο χειμών.

 

31Πρέσβεις της Κορίνθου και της Κερκύρας εις Αθήνας

Επί δύο ολόκληρα έτη μετά την ναυμαχίαν, οι Κορίνθιοι, εξηρεθισμένοι από την πορείαν του πολέμου προς τους Κερκυραίους, εναυπήγουν πλοία, παρασκευάζοντες ισχυρότατον στόλον, και εναυτολόγουν από την ιδίαν Πελοπόννησον και από την άλλην Ελλάδα ερέτας, τους οποίους προσείλκυαν διά του μισθού. Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, μανθάνοντες τας προετοιμασίες αυτάς, εφοβήθησαν, και επειδή δεν ήσαν σύμμαχοι με κανέν από τα Ελληνικά κράτη, και δεν είχαν καταταχθή εις την ομοσπονδίαν ούτε των Αθηναίων, ούτε των Λακεδαιμονίων, απεφάσισαν να υπάγουν προς τους Αθηναίους, διά να επιδιώξουν να γίνουν σύμμαχοι των και επιτύχουν, αν ημπορέσουν, επικουρίαν από αυτούς. Αλλά και οι Κορίνθιοι, όταν έμαθαν το πράγμα, απέστειλαν και αυτοί πρέσβεις εις τας Αθήνας, εκ φόβου μήπως η προσθήκη του Αθηναϊκού ναυτικού εις το Κερκυραϊκόν εμποδίση αυτούς να τερματίσουν ικανοποιητικώς τον πόλεμον. Συγκληθείσης εκτάκτου συνελεύσεως του λαού, εξέθεσαν ενώπιον αυτής ο εις μετά τον άλλον τ’ αντίθετα επιχειρήματά των. Και οι μεν Κερκυραίοι ωμίλησαν ως εξής περίπου:

32Λόγοι των Κερκυραίων Πρέσβεων

“Άνδρες Αθηναίοι, όσοι, όπως ημείς τώρα, προσέρχονται διά να ζητήσουν την βοήθειαν των αλλων, προς τους οποίους ούτε διά προηγουμένης συμμαχίας συνδέονται, ούτε σημαντικός υπηρεσίας ποτέ επρόσφεραν, ορθόν είναι κατά πρώτον λόγον να τους πείσουν, εάν ημπορούν, ότι η παροχή της ζητούμενης συνδρομής είναι συμφέρουσα δι’ αυτούς, η τουλάχιστον ότι δεν είναι επιζήμια, και δεύτερον ότι η ευγνωμοσύνη των θα είναι διαρκής. Εάν δε ούτε το εν, ούτε το άλλο αποδείξουν, πρέπει να μην οργίζωνται, εάν αποτύχουν. Οι Κερκυραίοι, ως εκ τούτου, μας απέστειλαν, διότι πιστεύουν ότι, ζητούντες την συμμαχίαν σας, είναι συγχρόνως εις θέσιν να σας δώσουν εγγυήσεις ως προς τα δυο αυτά σημεία. Συμβαίνει, εν τούτοις, η μέχρι τούδε πολιτική μας να είναι και ασυμβίβαστος με την αίτησιν που σας υποβάλλομεν σήμερον και ασύμφορος συγχρόνως δι’ ημάς υπό τας παρούσας περιστάσεις. Διότι, ενώ κανενός ποτέ δεν ηθελήσαμεν εις το παρελθόν να γίνωμεν σύμμαχοι, ερχόμεθα σήμερον να ζητήσωμεν την συμμαχίαν άλλων, και συγχρόνως, ένεκα της πολιτικής μας αυτής, ανελάβαμεν μεμονωμένοι τον παρόντα πόλεμον προς τους Κορινθίους. Και δι’ αυτό, ό,τι πριν εθεωρείτο σύνεσις εκ μέρους μας, το να μη περιπλεκώμεθα δηλαδή εις ξένας συμμαχίας και εκτιθέμενα ούτως εις κινδύνους, οι οποίοι είναι συνέπεια της πολιτικής άλλων, κατήντησεν ήδη φανερά ασυνεσία και πηγή αδυναμίας. Είναι αληθές ότι κατά την ναυμαχίαν, η οποία έλαβε χώραν, απεκρούσαμεν τους Κορινθίους μόνοι, χωρίς την βοήθειαν αλλων. Τώρα όμως που είναι έτοιμοι να μας επιτεθούν με ακόμη μεγαλυτέρας στρατιωτικάς δυνάμεις, τας οποίας έχουν συγκεντρώσει από την Πελοπόννησον και την άλλην Ελλάδα, βλέπομεν ότι είμεθα ανίσχυροι ν’ αντισταθώμεν επιτυχώς με μόνας τας ιδικάς μας δυνάμεις, και ότι, εξ άλλου, θα κινδυνεύσωμεν τον έσχατον κίνδυνον, εάν περιέλθωμεν υπό την εξουσίαν των. Ευρισκόμεθα επομένως εις την ανάγκην να ζητήσωμεν βοήθειαν και από σας και από κάθε άλλον, και πρέπει να θεωρηθώμεν άξιοι συγγνώμης, εάν, όχι από χαμέρπειαν, αλλά μάλλον διότι αναγνωρίζομεν την πλάνην μας, ενεργούμεν αδιστάκτως κατά τρόπον αντίθετον προς την προηγουμένην πολιτικήν της απομονώσεως.

33. “Η αποδοχή της αιτήσεώς μας κατά την στιγμήν αυτήν είναι δι’ εσάς ευκαιρία, όπως πολλαπλήν πορισθήτε ωφέλειαν. Πρώτον, διότι θα παράσχετε την συνδρομήν σας εις αδικούμενους και όχι εις αδικούντας, έπειτα δε, διότι παρέχοντες την συμμαχίαν σας προς ανθρώπους, των οποίων τα ζωτικά συμφέροντα ευρίσκονται εις κίνδυνον, θ’ αποταμιεύσετε εις τας καρδίας μας, με όλην τη δυνατήν ασφάλειαν, θησαυρόν αιωνίας ευγνωμοσύνης, και τέλος, διότι έχομεν στόλον μεγαλύτερον από κάθε άλλον, εκτός του ιδικού σας. Και σκεφθήτε πόσον σπανία είναι η ευτυχία αυτή, η οποία προς μεγάλην λύπην των εχθρών σας ασφαλίζει εις σας τούτο, ότι η δύναμις εκείνη, την συμμαχίαν της οποίας θα εκρίνατε αξίαν πολλών χρημάτων και μεγάλης ευγνωμοσύνης, προσέρχεται σήμερον απρόσκλητος, προσφερομένη χωρίς κινδύνους και δαπάνας ιδικάς σας, ασφαλίζουσα συγχρόνως την εκτίμησιν των πολλών διά την γενναιοφροσύνην σας, την ευγνωμοσύνην εκείνων, τους οποίους θα βοηθήσετε, και την αύξησιν της ιδικής σας δυνάμεως. Εις πολύ ολίγους, τωόντι, ανθρώπους έτυχε να προσφερθούν καθ’ όλον το παρελθόν τόσα πολλά πλεονεκτήματα συγχρόνως. Ολίγοι, εξ άλλου, έχοντες ανάγκην συμμαχίας, προσέρχονται προσφέροντες εις εκείνους, από τους οποίους την ζητούν, ασφάλειαν και τιμήν ίσην προς εκείνην, την οποίαν πρόκειται να λάβουν από αυτούς οι ίδιοι. Αλλ’ εάν κανείς από σας νομίζη ότι ο πόλεμος, που θα μας δώση την ευκαιρίαν να φανώμεν χρήσιμοι, δεν θα γίνη, πλανάται, και δεν αντιλαμβάνεται ότι οι Λακεδαιμόνιοι επιθυμούν τον πόλεμον, διότι φοβούνται την αύξησιν της δυνάμεώς σας, και ότι οι Κορίνθιοι, οι οποίοι είναι εχθροί σας, όχι μόνον ασκούν μεγάλην επιῤῥοήν επ’ αυτών, αλλά και προπαρασκευάζουν την εναντίον σας επίθεσιν, ζητούντες να καταβάλουν ημάς προηγουμένως. Διότι δεν θέλουν, ωθούμενοι από το κοινόν ημών μίσος εναντίον των, να τους αντιμετωπίσωμεν ηνωμένοι, μήτε να τρέξουν τον κίνδυνον, πριν ημείς ενωθώμεν, να αποτύχουν εις τον διπλούν αυτών σκοπόν, να βλάψουν δηλαδή ημάς, να ενισχυθούν δε οι ίδιοι. Καθήκον αντιθέτως έχομεν να λάβωμεν την πρωτοβουλίαν, ημείς μεν προσφέροντες, σεις δε δεχόμενοι την συμμαχίαν, και να τους προλάβωμεν μάλλον εις τα σχέδια των παρά να ματαιώσωμεν αυτά εκ των υστέρων.

34. “Αλλ’ εάν ισχυρίζωνται ότι δεν είναι δίκαιον να δέχεσθε σεις τους ιδικούς των αποίκους, οφείλουν να μάθουν ότι κάθε αποικία τιμά την μητρόπολιν, εάν αυτή την μεταχειρίζεται καλώς, αδικουμένη όμως, αποξενούται από αυτήν. Διότι οι άποικοι απομακρύνονται από το πάτριον έδαφος, όχι διά να είναι δούλοι εκείνων που μένουν οπίσω, αλλά διά να είναι ίσοι με αυτούς. Ότι, άλλωστε, είχαν άδικον είναι προφανές. Διότι, ενώ επροτείναμεν εις αυτούς διαιτησίαν διά το ζήτημα της Επιδάμνου, ηθέλησαν να επιδιώξουν την ικανοποίησιν των αιτιάσεών των διά πολέμου μάλλον παρά δι’ αμερόληπτου διαδικασίας. Και η συμπεριφορά των προς ημάς, οι οποίοι συνδεόμεθα με αυτούς διά της κοινής καταγωγής, ας χρησιμεύση διά σας ως κάποια προειδοποίησις, ώστε, εάν μεν επιδιώξουν να σας παραπλανήσουν, να μη παρασυρθήτε από αυτούς, εάν δε ζητήσουν φανερά την συνδρομήν σας, να τους την αρνηθήτε. Καθόσον εκείνος εξασφαλίσει αποτελεσματικώτερον την ησυχίαν του, ο οποίος σπανιώτατα λαμβάνει αφορμήν να μεταβληθή, διότι εχαρίσθη προς τους αντιπάλους του.

35. “Ούτε, άλλωστε, θα διαῤῥήξετε την συνθήκην της ειρήνης προς τους Λακεδαιμονίους, εάν δεχθήτε ημάς, οι οποίοι δεν είμεθα σύμμαχοι ούτε του ενός, ούτε του άλλου. Διότι η συνθήκη ορίζει ότι αι Ελληνικαί πόλεις, όσαι είναι έξω από την συμμαχίαν, ημπορούν να προσέλθουν κατ’ αρέσκειαν προς το εν ή το άλλο μέρος. Και θα ήτο τερατώδες, εάν αυτοί μεν ημπορούν να καταρτίζουν τα πληρώματα του στόλου των και από τους συμμάχους των και από την άλλην Ελλάδα και προ πάντων από τους ιδικούς σας υπηκόους, ημάς δε να εμποδίζουν όχι μόνον από την συμμαχίαν αυτήν, εις την οποίαν έκαστος δύναται να προσέλθη ελευθέρως, αλλά και από την βοήθειαν εξ οιουδήποτε άλλου μέρους, και έπειτα να χαρακτηρίζουν ως έγκλημα, εάν πεισθήτε ν’ αποδεχθήτε την αίτησίν μας. Πολύ ευλογωτέρας αιτίας παραπόνων θα έχωμεν ημείς, εάν δεν πεισθήτε να την αποδεχθήτε. Διότι ημάς μεν θ’ αποκρούσετε, ενώ κινδυνεύομεν και δεν είμεθα εχθροί σας, αυτούς όμως όχι μόνον δεν θα εμποδίσετε, ενώ και εχθροί σας είναι και πρώτοι επιτίθενται, αλλά και θα επιτρέψετε εις αυτούς να προσλάβουν από την επικράτειάν σας νέαν δύναμιν. Τούτο όμως δεν είναι δίκαιον, αλλά πρέπει ή και αυτούς να εμποδίσετε από του να στρατολογούν μισθοφόρους από την επικράτειάν σας ή και εις ημάς να στείλετε βοήθειαν καθ’ οιονδήποτε τρόπον εγκρίνετε. Το καλύτερον μάλιστα θα είναι να μας δεχθήτε και μας βοηθήσετε φανερά ως συμμάχους. Καθώς άλλωστε εξ αρχής εδηλώσαμεν, πολλά είναι τα πλεονεκτήματα, τα οποία σας εξασφαλίζει η προσφορά μας, και το σπουδαιότερον όλων ότι οι αντίπαλοί μας είναι αντίπαλοί σας- το οποίον είναι η καλύτερα εγγύησις της πίστεως ενός συμμάχου- και ότι οι αντίπαλοι αυτοί είναι όχι ασθενείς, αλλ’ ικανοί να βλάψουν εκείνους πού αποσπώνται απ’ αυτούς, διά να προσέλθουν εις άλλους. Και όταν σας προσφέρεται η συμμαχία ναυτικού και όχι ηπειρωτικού κράτους, ο προσεταιρισμός ή η αποξένωσίς του δεν είναι πράγμα αδιάφορον. Τουναντίον συμφέρον έχετε, προ πάντων μεν, εάν ημπορήτε, να μη επιτρέπετε εις άλλους να έχουν στόλον, ειδεμή να έχετε φίλον εκείνον, ο οποίος είναι ισχυρότατος κατά την ναυτικήν δύναμιν.

36. “Αλλ’ εάν κανείς αναγνωρίζη μεν ότι όσα υποστηρίζομεν είναι συμφέροντα, φοβείται όμως μήπως η αποδοχή της προτάσεώς μας γίνη αφορμή πολέμου, οφείλει να μάθη ότι εκείνο που προκαλεί τον φόβον του, ενισχυόμενον από δύναμιν, θα εμπνεύση μεγαλύτερον φόβον εις τους αντιπάλους του, ενώ το θάῤῥος του (Σ.Μ.: ήτοι η πίστις του εις το ασφαλές της ειρήνης), εάν τον εξωθεί εις απόκρουσιν της συμμαχίας μας, επειδη θα ήτο ανίσχυρον, θα επροκάλει ολιγώτερον φόβον εις τους εχθρούς σας, οι οποίοι είναι ισχυροί. Και συγχρόνως πρέπει να μη λησμονή ότι την στιγμήν αυτήν σκέπτεται περί του συμφέροντος των ιδίων των Αθηνών περισσότερον παρά της Κερκύρας, και ότι δεν προνοεί περί του συμφέροντός των κατά τον καλύτερον τρόπον, όταν, από υπερβολικήν προσήλωσιν προς το άμεσον παρόν, ενδοιάζη να ασφάλιση υπέρ αυτών, δια τον επικείμενον και σχεδόν παρόντα πόλεμον, χώραν, της οποίας η φιλία ή η έχθρα συνεπάγεται σπουδαιοτάτας συνεπείας. Διότι η Κέρκυρα κείται προσφορώτατα διά την ακτοπλοϊκήν μετάβασιν εις Ιταλίαν και Σικελίαν, διά να είναι εις θέσιν και να παρεμπόδιση την εκείθεν αποστολήν ναυτικής επικουρίας προς τους Πελοποννησίους και να συνοδεύση διά προπομπής την εντεύθεν αποστολήν στόλου προς τα εκεί, και πολλά άλλα παρέχει πλεονεκτήματα, Συγκεφαλαιώνοντες το σύνολον και τα καθέκαστα των επιχειρημάτων, ένεκα των οποίων δεν πρέπει να μας εγκαταλείψετε, λέγομεν ότι τρεις υπάρχουν στόλοι άξιοι λόγου εις την Ελλάδα, ο ιδικός σας, ο ιδικός μας και ο των Κορινθίων. Αλλ’ εάν επιτρέψετε να μας υποτάξουν προηγουμένως οι Κορίνθιοι και να ενωθούν τοιουτοτρόπως οι δυο εκ τούτων, θα έχετε ν’ αγωνισθήτε κατά θάλασσαν εναντίον των Κερκυραίων συγχρόνως και των Πελοποννησίων, ενώ, εάν μας δεχθήτε ως συμμάχους, θα δυνηθήτε ν’ αγωνισθήτε εναντίον των με τον στόλον σας ενισχυμένον διά του ιδικού μας”. Και οι μεν Κερκυραίοι ωμίλησαν ούτω, οι δε Κορίνθιοι ως εξής:

37Λόγοι των Κορινθίων Πρέσβεων

“Εφόσον οι Κερκυραίοι εδώ ωμίλησαν όχι μόνον περί της παραδοχής των εις την συμμαχίαν σας, αλλά και περί του ότι η ενέργειά μας είναι άδικος και ο εναντίον των πόλεμος αδικαιολόγητος, αναγκαίον είναι, όπως και ημείς θίξωμεν προηγουμένως και τα δύο αυτά σημεία, και τότε μόνον προβώμεν εις την περαιτέρω ανάπτυξιν του λόγου μας, ώστε και την αξίωσίν μας να γνωρίσετε εκ των προτέρων ασφαλέστερον, και την αίτησιν, την οποίαν αυτοί εδώ σας υποβάλλουν, αποῤῥίψετε, κατόπιν πλήρους γνώσεως του ζητήματος. Ισχυρίζονται, τωόντι, ότι από σύνεσιν δεν εδέχθησαν την συμμαχίαν κανενός μέχρι τούδε. Η πολιτική των, εν τούτοις, δεν ενεπνέετο από ελατήρια ευγενή, αλλά επεδίωκε σκοπούς κακοβούλους. Διότι δεν ήθελαν να έχουν κανένα ούτε σύμμαχον, ούτε μάρτυρα των εγκλημάτων των, ούτε να εντροπιάζωνται ζητούντες την βοήθειάν του δι’ αυτά. Η αυτάρκης, άλλωστε, θέσις της πόλεώς των επιτρέπει εις αυτούς να γίνωνται ευκολώτερον οι ίδιοι δικασταί των εναντίον άλλων αδικημάτων των, παρά αν ούτοι ωρίζοντο διά συνθηκών. Καθ’ όσον, σπανίως καταπλέοντες αυτοί εις ξένας ακτάς, δέχονται τους άλλους καταπλέοντας εξ ανάγκης συχνά εις τας ιδικάς των. Και υπό τας περιστάσεις αυτάς την ευπρόσωπον αποφυγήν συμμαχιών περιβάλλονται ως προσωπίδα, όχι πράγματι διά να μη παρασύρωνται από άλλους εις διάπραξιν αδικημάτων, αλλά διά να διαπράττουν αυτοί τοιαύτα άνευ της συμπράξεως αλλων, και επομένως να ασκούν μεν βίαν οσάκις είναι ισχυροί, να πλουτούν δε αθεμίτως οσάκις ημπορούν να μην ανακαλυφθούν, και να μένουν χαλκοπρόσωποι οσάκις κατορθώσουν να νοσφισθούν κάτι τι. Μολονότι, εάν ήσαν πραγματικώς έντιμοι ανθρώποι, όπως ισχυρίζονται, όσον ολιγώτερον ευπρόσβλητοι είναι εκ μέρους άλλων τόσον φανερώτερον θα ημπορούσαν να καταδείξουν τα ευγενή των ελατήρια, διά της προθύμου προσφυγής εις διαιτησίαν.

38. “Αλλ’ ούτε προς τους άλλους, ούτε προς ημάς δεικνύονται τοιούτοι, αλλ’ ενώ είναι άποικοί μας, απέκοψαν ανέκαθεν κάθε προς ημάς δεσμόν και ήδη διεξάγουν εναντίον μας πόλεμον, λέγοντες ότι δεν εστάλησαν ως άποικοι, διά να τους μεταχειριζώμεθα κακώς. Αλλά και ημείς ισχυριζόμενα ότι δεν τους εστείλαμεν, διά να περιφρονούμεθα από αυτούς, αλλά διά να είμεθα ηγέται των και απολαμβάνωμεν τον νενομισμένον σεβασμόν. Αι άλλαι τουλάχιστον αποικίαι μας τιμούν και μας δεικνύουν εξαιρετικήν στοργήν. Και είναι φανερόν ότι, εάν αρέσκωμεν εις τους περισσοτέρους, δεν υπάρχει εύλογος αιτία, διά την οποίαν ν’ απαρέσκωμεν εις αυτούς μόνους, ούτε θα διεξήγαμεν τον ασυνήθη τούτον πόλεμον μητροπόλεως εναντίον αποικίας, εάν και ο τρόπος, κατά τον οποίον ηδικήθημεν, δεν ήτο απαραδειγμάτιστος. Επεβάλλετο, άλλωστε, εις αυτούς, και εάν ακόμη ημείς είχαμεν άδικον, να δειχθούν ενδοτικοί απέναντι της οργής μας, οπότε θα ήτο αισχρόν δι’ ημάς να μεταχειρισθώμεν βίαν απέναντι της μετριοπαθείας των. Αντί τούτου, ωθούμενοι από την αλαζονείαν και την δύναμιν του πλούτου των, και κατά πολλούς άλλους τρόπους μας έχουν αδικήσει και την Επίδαμνον, η οποία είναι ιδική μας, εφόσον μεν υπέφερε, δεν επρόβαλλαν καμμιάν επ’ αυτής αξίωσιν, ευθύς όμως ως ημείς απήλθαμεν εις βοήθειάν της, την κατέλαβαν διά της βίας και εξακολουθούν να την κατέχουν.

39. “Ισχυρίζονται, αληθώς, ότι επρότειναν προηγουμένως να λυθή η διαφορά διά της δικαστικής οδού. Αλλά τοιαύτη πρότασις έχει αξίαν όταν γίνεται όχι εκ του ασφαλούς από εκείνον που κατέχει ήδη θέσιν πλεονεκτικήν, αλλ’ από εκείνον, ο όποιος πριν προσφύγη εις τα όπλα, θέτει τον εαυτόν του εις ίσην θέσιν με τον αντίπαλόν του, συνδυάζων τους λόγους προς τα έργα. Αυτοί όμως την εύσχημον πρότασιν της διαιτησίας διετύπωσαν, όχι πριν αρχίσουν την πολιορκίαν της Επιδάμνου, αλλ’ αφού ενόησαν ότι δεν θ’ ανεχθώμεν ημείς τούτο. Και μη αρκούμενοι εις το κακόν, το οποίον οι ίδιοι διέπραξαν εκεί, έρχονται εδώ αξιούντες από σας να γίνετε όχι κυρίως σύμμαχοι, αλλά συνεργοί των αδικημάτων των, και να τους δεχθήτε, ενώ είναι ήδη εχθροί μας. Καθήκον, εν τούτοις, είχαν να προσχωρήσουν εις την συμμαχίαν σας τότε που ήσαν εις πλήρη ασφάλειαν, και όχι τώρα πού ημείς μεν είμεθα θύματα της αδικίας των, αυτοί δε κινδυνεύουν, και που σεις, χωρίς να πορισθήτε πρωτύτερα καμμιάν ωφέλειαν από την δύναμιν των, θα παράσχετε εις αυτούς τώρα την βοήθειάν σας, και ενώ δεν ελάβατε μέρος εις τα εγκλήματα των, θα θεωρηθήτε από ημάς εξ ίσου υπεύθυνοι δι’ αυτά. Μόνο εάν εξ αρχής σας καθιστών κοινωνούς της δυνάμεώς των θα ημπορούσαν να σας έχουν κοινωνούς και των συνεπειών των πράξεων των.

40. “Σαφώς κατεδείχθη λοιπόν και ότι προσερχόμενοι ενώπιον σας έχοντες βασίμους αιτιάσεις και ότι οι Κερκυραίοι είναι βίαιοι και πλεονέκται. Υπολείπεται ήδη να μάθετε ότι δεν ημπορείτε να τους δεχθήτε δικαίως εις την συμμαχίαν σας. Τωόντι, αν και ορίζει η συνθήκη ότι κάθε πόλις μη εγγεγραμμένη εις αυτήν δικαιούται να προσέλθη κατά βούλησιν εις την συμμαχίαν του ενός ή του άλλου μέρους, η διάταξις αυτή δεν εφαρμόζεται εις εκείνους, οι οποίοι προσέρχονται με σκοπόν να βλάψουν άλλους, αλλ’ εις εκείνον μόνον, ο οποίος, χωρίς να παραβιάζη προηγουμένας προς άλλον υποχρεώσεις του, έχει ανάγκην να εξασφαλισθή κατά κινδύνου, και ο οποίος δεν πρόκειται να φέρη εις τους νέους φίλους του, υποτιθεμένου ότι ούτοι σωφρονούν, πόλεμον αντί ειρήνης. Πράγμα, το οποίον ακριβώς θα επαθαίνατε σεις τώρα, εάν δεν πεισθήτε εις τους λόγους μας. Διότι δεν θα εγίνεσθε μόνον σύμμαχοι αυτών, αλλά, διαῤῥηγνύοντες την μεταξύ μας συνθήκην ειρήνης, θα εγίνεσθε συγχρόνως εχθροί μας. Καθόσον, εάν ταχθήτε με το μέρος των, εξ ανάγκης και ημείς θ’ αντιμετωπίσωμεν και αυτούς και σας αδιακρίτως. Μολονότι ορθόν είναι προ πάντων μεν να μη λάβετε το μέρος ούτε του ενός, ούτε του άλλου, ειδεμή, τουναντίον να βαδίσετε από κοινού με ημάς εναντίον αυτών (αφού προς μεν τους Κορινθίους τουλάχιστον συνδέεσθε διά συνθήκης ειρήνης, ενώ με τους Κερκυραίους ούτε ανακωχήν ποτέ συνήψατε), και να μη καθιερώσετε το ποοηγούμενον της παραδοχής ως συμμάχων εκείνων που αποστατούν από άλλους. Διότι και ημείς κατά την επανάστασιν των Σαμίων όχι μόνον δεν εψηφίσαμεν εναντίον σας, όταν οι άλλοι Πελοποννήσιοι εδιχάσθησαν επί του ζητήματος, αν έπρεπε να δοθή βοήθεια εις τους επαναστάτας, αλλά και απροκαλύπτως υπεστηρίξαμεν αντιθέτως ότι έκαστος δικαιούται να τιμωρή ο ίδιος τους συμμάχους του. Αλλ’ εάν δεχθήτε και βοηθήσετε τους αδικούντας, θέλει ασφαλώς καταδειχθή ότι όχι ολιγώτεροι από τους συμμάχους σας θέλουν προσέλθει προς ημάς, και το προηγούμενον που θα καθιερώσετε θ’ αποβή εις ιδικήν σας μάλλον βλάβην, παρά εις ιδικήν μας.

41. “Αυτά είναι τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματα, τα οποία έχομεν απέναντι σας, και είναι αρκετά, κατά τα κρατούντα μεταξύ Ελλήνων. Αλλ’ έχομεν να διατυπώσωμεν και μίαν παραίνεσιν και αξίωσιν στηριζομένην επί προηγουμένης χάριτος, την οποίαν ισχυριζόμεθα ότι πρέπει να μας αποδώσετε σήμερον, εφόσον ούτε εχθροί είμεθα, ώστε να βλάπτη ο εις τον άλλον, ούτε πάλιν φίλοι, ώστε ν’ αντιταχθή ότι μεταξύ φίλων χάριτες είναι φυσικαί και δεν συνεπάγονται υποχρέωσιν αποδόσεως. Διότι, όταν κάποτε, προ των Περσικών πολέμων, ελάβατε ανάγκην πλοίων πολεμικών, διά τον πόλεμον κατά των Αιγινητών, εδανείσθητε είκοσι τοιαύτα από τους Κορινθίους. Και η υπηρεσία αυτή σας έδωσε την νίκην κατά των Αιγινητών, όπως και η άλλη, όταν ημποδίσαμεν τους Πελοποννησίους να βοηθήσουν τους Σαμίους, σας επέτρεψε να τιμωρήσετε τους τελευταίους αυτούς. Και αι δύο αύται υπηρεσίαι παρεσχέθησαν εις περιστάσεις τοιαύτας, κατά τας οποίας οι ανθρώποι, επιτιθέμενοι κατά των εχθρών των, είναι αδιάφοροι διά κάθε άλλο εκτός της νίκης. Διότι φίλον μεν θεωρούν τον βοηθούντα αυτούς, και αν έτυχε πριν να είναι εχθρός, πολέμιον δε τον εναντιωθέντα, και αν έτυχε να είναι φίλος, αφού και τα ατομικά των συμφέροντα παραμελούν, ένεκα του επικρατούντος πυρετού της πάλης.

42. “Τας υπηρεσίας αυτάς ενθυμούμενοι (και οι νεώτεροι από σας ας μάθουν αυτά από τους πρεσβυτέρους), πρέπει ν’ αναγνωρίσετε ότι καθήκον έχετε ν’ ανταποδώσετε τα ίσα και μη νομίσετε ότι όσα μεν λέγομεν είναι δίκαια, άλλα δε εν περιπτώσει πολέμου είναι τα συμφέροντα. Διότι η ασφαλεστέρα οδός προς το συμφέρον είναι η οδός του δικαίου, και ο μέλλων πόλεμος, με τον οποίον σας φοβίζουν οι Κερκυραίοι, και ζητούν να σας εξωθήσουν εις αδικίαν, είναι άδηλον εάν ποτέ επέλθη. Ούτε αξίζει, παρασυρόμενοι από την προσδοκίαν μέλλοντος πολέμου, να επισύρετε την από τούδε φανεράν και όχι μέλλουσαν έχθραν των Κορινθίων. Η φρόνησις τουναντίον υπαγορεύει να μετριάσετε μάλλον την υφισταμένην ήδη ένεκα των Μεγαρέων δυσπιστίαν. Διότι η τελευταία χάρις, και αν είναι μικροτέρα, ημπορεί, παρεχομένη εις την κατάλληλον ώραν, να κάμη να λησμονηθούν προγενέστεροι μεγαλύτεραι αιτιάσεις. Ούτε πρέπει να παρασυρθήτε από το ότι σας προσφέρουν μεγάλην ναυτικήν συμμαχίαν. Διότι ασφαλεστέρα είναι η δύναμις εκείνου, ο οποίος δεν αδικεί τους ομοίους του, παρά εκείνου, ο οποίος, παρασυρόμενος από ό,τι λάμπει προς στιγμήν, αποκτά αθέμιτα κέρδη, συνεπαγόμενα κινδύνους.

43. “Ημείς, άλλωστε, περιελθόντες εις την περίπτωσιν, περί της οποίας ωμιλήσαμεν εις την Λακεδαίμονα, όταν δημοσία υπεστηρίξαμεν ότι έκαστος δικαιούται να τιμωρή ο ίδιος τους συμμάχους του, έχομεν την δικαίαν σήμερον απαίτησιν να επιτύχωμεν το ίδιον από σας, εις τρόπον ώστε σεις που ωφελήθητε από την ψήφον μας να μη μας βλάψετε διά της ιδικής σας. Οφείλετε τουναντίον να μας ανταποδώσετε τα ίσα, πειθόμενοι ότι η παρούσα περίστασις είναι από εκείνας, κατά τας οποίας ο βοηθών είναι κάλλιστος φίλος και ο αντιτιθέμενος χείριστος εχθρός. Ζητούμεν από σας, όπως ούτε ως συμμάχους δεχθήτε τους Κερκυραίους εδώ, εναντίον της γνώμης μας, ούτε τους βοηθήσετε αδικούντας. Και αν ακολουθήσετε την πολιτικήν αυτήν, όχι μόνον θα ενεργήσετε κατά τον προσήκοντα τρόπον, αλλά και θ’ αποφασίσετε σύμφωνα με τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά σας”.

44Αμυντική συμμαχία μεταξύ Αθηναίων και Κερκυραίων

Κατ’ αυτόν τον τρόπον ομίλησαν οι Κορίνθιοι. Οι Αθηναίοι, αφού ήκουσαν και τα δύο μέρη και συνεκρότησαν δύο συνεδριάσεις της συνελεύσεως του λαού, κατά μεν την πρώτην έῤῥεπαν μάλλον εις αποδοχήν των λόγων των Κορινθίων, αλλά κατά την συνεδρίασιν της επιούσης μετέβαλαν γνώμην. Και δεν απεφάσισαν μεν την σύναψιν επιθετικής και αμυντικής συμμαχίας μετά των Κερκυραίων, καθόσον εις τοιαύτην περίστασιν, εάν ούτοι εζήτουν από αυτούς να λάβουν μέρος εις εκστρατείαν κατά της Κορίνθου, θα διεῤῥηγνύετο η μετά των Πελοποννησίων Τριακονταετής συνθήκη, συνωμολόγησαν όμως αμυντικήν συμμαχίαν, όπως βοηθήσουν αμοιβαίως, προς υπεράσπισιν του εδάφους των, εις περίστασιν που άλλος ήθελεν επιτεθή κατά της Κερκύρας ή των Αθηνών, ή των συμμάχων του ενός ή του άλλου. Διότι εθεώρουν τον πόλεμον προς τους Πελοποννησίους ως εις κάθε περίπτωσιν αναπόφευκτον, και διά τούτο ήθελαν να μη εγκαταλείψουν εις χείρας των Κορινθίων την Κέρκυραν, η οποία είχεν ισχυρόν στόλον, αλλά να επιτείνουν όσον το δυνατόν την σύγκρουσιν των μεν προς τους δε, ώστε εάν αναγκασθούν να περιέλθουν εις πόλεμον προς τους Κορινθίους και τας άλλας ναυτικάς πόλεις να εύρουν αυτάς εξησθενημένας. Εφαίνετο, άλλωστε, συγχρόνως εις αυτούς ότι η Κέρκυρα κείται προσφορώτατα διά την ακτοπλοϊκήν μετάβασιν εις Σικελίαν και Ιταλίαν.

 

45Αποστολή Αθηναϊκής βοηθείας εις Κέρκυραν

Από τοιαύτας σκέψεις ωθούμενοι οι Αθηναίοι, εδέχθησαν τους Κερκυραίους ως συμμάχους και έστειλαν εις βοήθειάν των, ολίγον μετά την αναχώρησιν των Κορινθίων, δέκα πλοία, υπό την αρχηγίαν του Λακεδαιμονίου, υιού του Κίμωνος, του Διοτίμου, υιού του Στρομβίχου, και του Πρωτέως, υιού του Επικλέους. Εδόθησαν όμως εις αυτούς ρηταί διαταγαί να μη επιτεθούν κατά των Κορινθίων, εκτός αν αυτοί πλεύσουν εναντίον της Κερκύρας ή εναντίον κανενός μέρους ανήκοντος εις τους Κερκυραίους και επιχειρήσουν να κάμουν εκεί απόβασιν, οπότε έπρεπε να εμποδίσουν αυτούς με όλην των την δύναμιν. Σκοπός των διαταγών αυτών ήτο να αποφύγουν την διάῤῥηξιν της Τριακονταετούς συνθήκης.

46Κορινθιακός στόλος κατά της Κερκύρας

Τα πλοία αυτά τωόντι έφθασαν εις την Κέρκυραν. Αλλά και οι Κορίνθιοι, αφού συνεπλήρωσαν τας ετοιμασίας των, απέπλευσαν διευθυνόμενοι κατά της Κερκύρας με εκατόν πενήντα πλοία, από τα οποία δέκα ήσαν των Ηλείων, δώδεκα των Μεγαρέων, δέκα των Λευκαδίων, είκοσι επτά των Αμπρακιωτών, εν των Ανακτορίων και ενενήντα των ιδίων των Κορινθίων. Αρχηγοί του στόλου αυτού ήσαν μεν χωριστοί διά κάθε πόλιν, των Κορινθίων όμως αρχηγός ήτο ο Ξενοκλείδης, υιός του Ευθυκλέους, με τεσσάρας άλλους. Αφού δε πλέοντες εκ Λευκάδος επλησίασαν εις την απέναντι της Κερκύρας ηπειρωτικήν ακτήν, ηγκυροβόλησαν εις το Χειμέριον της Θεσπρωτίδος. Το Χειμέριον είναι λιμήν και προς το εσωτερικόν, εις κάποιαν απόστασιν από της θαλάσσης, και εις την περιφέρειαν της Ελαιάτιδος της Θεσπρωτίδος, κείται η πόλις Εφύρη, πλησίον της οποίας εκβάλλει εις την θάλασσαν η λίμνη Αχερουσία. Ο δε ποταμός Αχέρων, ρέων διά της Θεσπρωτίδος, χύνεται εις την λίμνην αυτήν, η όποια εκ τούτου έλαβε και το όνομα της. Ο ρους άλλου ποταμού, του Θυάμιδος, χωρίζει την Θεσπρωτίδα από την Κεστρίνην, και μεταξύ των δύο αυτών ποταμών υψώνεται το ακρωτήριον Χειμέριον. Εις το σημείον λοιπόν τούτο της ακτής προσωρμίσθησαν οι Κορίνθιοι και το κατέστησαν βάσιν των επιχειρήσεων των.

47Ναυμαχία παρά τα Σύβοτα

Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, ως αντελήφθησαν αυτούς να προσεγγίζουν, επιβιβάσαντες τα πληρώματα εκατόν δέκα πλοίων, υπό την αρχηγίαν των στρατηγών Μικιάδου και Αισιμίδου και Ευρυβάτου, εγκατεστάθησαν με τον στόλον των εις μίαν από τας νήσους τας καλουμένας Σύβοτα. Μαζί με τα Κερκυραϊκά, ήσαν και τα δέκα Αθηναϊκά πλοία. Ο πεζός, εξ άλλου, στρατός των, ήτο εις το ακρωτήριον Λευκίμνην μαζί με χιλίους Ζακινθίους οπλίτας, οι οποίοι ήλθαν εις βοήθειάν των. Αλλά και προς βοήθειαν των Κορινθίων είχαν έλθει, κατά μήκος της Ηπειρωτικής ακτής, πολλοί βάρβαροι. Διότι οι κάτοικοι του μέρους τούτου της Στερεάς ήσαν κατά παράδοσιν φίλοι των.

48. Οι Κορίνθιοι, αφού είχαν ετοιμασθή, παρέλαβαν τροφάς τριών ήμερων, και εξέπλευσαν εν καιρώ νυκτός από το Χειμέριον με τον σκοπόν να ναυμαχήσουν, και κατά τα εξημερώματα, ενώ έπλεαν, βλέπουν αιφνιδίως τον στόλον των Κερκυραίων, όχι μόνον εις την ανοικτήν θάλασσαν, αλλά και διευθυνόμενον εναντίον των. Ευθύς ως αντελήφθησαν οι μεν τους δε αντιπαρετάχθησαν, και εις μεν το δεξιόν των Κερκυραίων ετάχθησαν τα Αθηναϊκά πλοία, την δε λοιπήν παράταξιν κατέλαβαν οι ίδιοι, διαιρέσαντες τα πλοία των εις τρεις μοίρας, εκάστης των οποίων αρχηγός ήτο είς από τους τρεις στρατηγούς. Και η μεν παράταξις των Κερκυραίων ήτο τοιαύτη. Προς το μέρος των Κορινθον, εξ άλλου, το μεν δεξιόν κέρας κατέλαβαν τα πλοία των Μεγαρέων και των Αμπρακιωτών, εις το μέσον ετάχθησαν τα πλοία των αλλων συμμάχων, ενώ το αριστερόν κατέλαβον μόνοι οι Κορίνθιοι με τα ευκινητότερα από τα πλοία των, έχοντες αντιμετώπους τους Αθηναίους και το δεξιόν κέρας των Κερκυραίων.

49. Όταν υψώθη από τα δυο μέρη το σήμα της μάχης, συμπλακέντες ήρχισαν την ναυμαχίαν, έχοντες αμφότεροι επί των καταστρωμάτων, κατά τον πάλαιαν αδέξιον τρόπον της τακτικής, πολλούς οπλίτας και πολλούς τοξότας και ακοντιστάς. Η ναυμαχία υπήρξε πεισματώδης, όχι λόγω επιδειχθείσης ναυτικής τέχνης, όσον διότι προσέλαβε την μορφήν πεζομαχίας μάλλον. Καθ’ όσον, οσάκις δύο πλοία ήθελαν συμπλακή, δεν απεσπάτο πλέον το εν από το άλλο, εν μέρει μεν ένεκα του πλήθους και του συνωστισμού των πλοίων, εν μέρει δε διότι την νίκην εβάσιζαν πολύ περισσότερον εις τους επί των καταστρωμάτων οπλίτας, οι οπλίτας, οι οποίοι εμάχοντο σταθερώς, ενώ τα πλοία έμεναν εν τω μεταξύ ακίνητα. Καμμία απόπειρα διασπάσεως της εχθρικής παρατάξεως δεν εγίνετο, αλλά το θάῤῥος και η σωματική δύναμις αντικαθίστων την ελλείπουσαν πολεμικήν τέχνην. Ως εκ τούτου, παντού επεκράτει μεγάλος θόρυβος και σύγχυσις κατά την ναυμαχίαν. Τα Αθηναϊκά πλοία προσέτρεχαν όπου έβλεπαν τους Κερκυραίους πιεζομένους, και συνεκράτουν τους εναντίους, δεν ήρχιζαν όμως εχθροπραξίας, διότι οι στρατηγοί εφοβούντο να παραβούν τας διαταγάς των Αθηναίων. Προ πάντων, το δεξιόν κέρας των Κορινθίων υπέφερε. Διότι οι Κερκυραίοι με είκοσι πλοία τους έτρεψαν εις φυγήν, τους κατεδίωξαν μέχρι της ακτής και τους διεσκόρπισαν, και πλεύσαντες κατ’ ευθείαν προς το στρατόπεδόν των και αποβιβασθέντες διήρπασαν όσα πράγματα ευρήκαν εκεί και έκαυσαν τας ερήμους σκηνάς. Έτσι εις το μέρος τούτο της μάχης οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι των περιήρχοντο εις υποδεεστέρας θέσεις και οι Κερκυραίοι επεκράτουν. Εις το αριστερόν όμως, όπου ήσαν oι Κορίνθιοι μόνοι, η υπεροχή των ήτο κατάδηλος. Διότι οι Κερκυραίοι, οι οποίοι και εξ αρχής εμειονέκτουν κατά τον αριθμόν των πλοίων, εμειονέκτουν ήδη ακόμη περισσότερον λόγω της απομακρύνσεως των είκοσι πλοίων, τα οποία απεσπάσθησαν διά την καταδίωξιν. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, βλέποντες τους Κερκυραίους πιεζομένους, ήρχιζαν να βοηθούν πλέον αυτούς περισσότερον ανεπιφυλάκτως, και απέφευγαν μεν κατ’ αρχάς την διά του εμβόλου επίθεσιν, όταν όμως οι Κερκυραίοι ήρχισαν οριστικώς τρεπόμενοι εις φυγήν και οι Κορίνθιοι τους κατεδίωκαν εκ του πλησίον, τότε πλέον καθένας επελαμβάνετο του έργου και κάθε διάκρισις ετέθη του λοιπού κατά μέρος, και τα πράγματα περιήλθαν εις τοιούτο σημείον, ώστε οι Κορίνθιοι και οι Αθηναίοι ηναγκάσθησαν να επιτεθούν οι μεν κατά των δε.

50. Μετά την κατατρόπωσιν των Κερκυραίων, οι Κορίνθιοι δεν εῤῥυμούλκησαν τα σκάφη των εχθρικών πλοίων, όσα είχαν αχρηστεύσει, αλλά πλέοντες διά μέσου αυτών έστρεψαν την προσοχήν των προς τους ανθρώπους, φονεύοντες αυτούς κατά προτίμησιν, αντί να τους αιχμαλωτίζουν. Μη εννοήσαντες δε ότι το δεξιόν των κέρας είχεν ηττηθή, εφόνευαν κατά λάθος και τους ιδικούς των φίλους. Διότι τόσον πολλά ήσαν τα πλοία και των δύο μερών και τόσον μεγάλην έκτασιν θαλάσσης κατελάμβαναν, ώστε μετά την έναρξιν της συμπλοκής ήτο δύσκολον μεταξύ νικητών και ηττημένων να διακρίνη κανείς τον φίλον από τον εχθρόν. Διότι ουδέποτε δύο τόσον πολυάριθμοι Ελληνικοί στόλοι είχαν τωόντι ναυμαχήσει εναντίον αλλήλων. Αλλ’ αφού οι Κορίνθιοι κατεδίωξαν τους Κερκυραίους μέχρι της Κερκυραϊκής ακτής, εστράφησαν προς τα ναυάγια και τους νεκρούς των, εκ των οποίων ημπόρεσαν να περισώσουν και μεταφέρουν το πλείστον μέρος εις τα Σύβοτα, λιμένα ακατοίκητον της Θεσπρωτίας, όπου ο στρατός των βαρβάρων είχεν έλθει εις βοήθειαν των. Μετά τούτο, ανασυνταχθέντες έπλεαν και πάλιν εναντίον των Κερκυραίων, οι οποίοι με τα πλοία όσα είχαν απομείνει μάχιμα, όσα δεν είχαν λάβει μέρος εις την ναυμαχίαν, και τα Αττικά, εξέπλευσαν και αυτοί διευθυνόμενοι εναντίον των, διότι, εφοβήθησαν μήπως αποπειραθούν απόβασιν εις την Κέρκυραν. Ήτο ήδη αργά και είχε δοθή διά του παιάνος το σύνθημα της επιθέσεως, όταν οι Κορίνθιοι ήρχισαν αιφνιδίως ν’ ανακρούουν πρύμναν, διότι διέκριναν επερχόμενα είκοσι Αθηναϊκά πλοία, τα όποια οι Αθηναίοι είχαν στείλει προς βοήθειαν μετά τα προηγουμένως σταλέντα δέκα, καθόσον εφοβήθησαν μήπως νικηθούν οι Κερκυραίοι, όπως και έγινε, και τα ιδικά των δέκα πλοία είναι ανεπαρκή να τους βοηθήσουν αποτελεσματικώς.

51. Τα πλοία λοιπόν αυτά ιδόντες από μακράν οι Κορίνθιοι, και υποπτεύσαντες ότι είναι Αθηναϊκά και περισσότερα από όσα εφαίνοντο, ήρχισαν υποχωρούντες. Οι Κερκυραίοι δεν τα έβλεπαν (διότι ως εκ της θέσεως από την οποίαν ήρχοντο, ήσαν ολιγώτερον ορατά εις αυτούς) και εξεπλήττοντο, διότι οι Κορίνθιοι ανέκρουαν πρύμναν, μέχρις ότου τέλος μερικοί από αυτούς τα αντελήφθησαν και είπαν: “Να εκεί πέρα πλοία που έρχονται προς τα εδώ”. Τότε, όμως, ήρχισαν και αυτοί αποχωρούντες, διότι ήρχισε να σκοτεινιάζη πλέον. Και οι Κορίνθιοι, εξ άλλου, στρέψαντες πρώραν απέπλευσαν. Τοιουτοτρόπως οι δύο στόλοι απεχωρίσθησαν και η ναυμαχία έληξεν όταν ενύκτωνεν ήδη. Αλλά καθ’ ην ώραν οι Κερκυραίοι προσωρμίζοντο εις την Λευκίμνην, τα είκοσι αυτά Αθηναϊκά πλοία, υπό την αρχηγίαν του Γλαύκωνος, υιού του Λεάγρου, και του Δρακοντίδου, υιού του Λεωγόρου, προχωρήσαντα διά μέσου των νεκρών και, των ναυαγίων, κατέπλευσαν εις το αυτό ορμητήριον πριν πέραση πολλή ώρα αφ’ ότου είχαν φανή. Οι Κερκυραίοι (επειδή είχεν ήδη νυκτώσει) εφοβήθησαν μήπως είναι εχθρικά, αλλ’ έπειτα τα ανεγνώρισαν και τα Αθηναϊκά πλοία ηγκυροβόλησαν ελευθέρως.

52Άφιξις του Αθηναϊκού στόλου

Την επιούσαν, τα τριάντα Αττικά πλοία και όσα από τα Κερκυραϊκά είχαν απομείνει μάχιμα, εκπλεύσαντα από το ορμητήριόν των, διηυθύνθησαν προς τον λιμένα των Συβότων, διά να εξακριβώσουν εάν οι Κορίνθιοι, που ήσαν ηγκυροβολημένοι εκεί, είχαν σκοπόν να ναυμαχήσουν. Αλλ’ οι Κορίνθιοι, αφού εξέπλευσαν και παρέταξαν τον στόλον των εις την ανοικτήν θάλασσαν, έμεναν ήσυχοι, διότι καμμιάν πρόθεσιν δεν είχαν να κάμουν έναρξιν της μάχης, εάν ημπορούσαν να την αποφύγουν, καθόσον έβλεπαν ότι όχι μόνον νέα ανέπαφα πλοία είχαν φθάσει εξ Αθηνών, αλλά και αυτοί είχαν περιέλθει εις πολλήν αμηχανίαν, αφ’ ενός ως εκ της ανάγκης να φρουρούν τους αιχμαλώτους, που είχαν εις τα πλοία των, και αφ’ ετέρου ένεκα της αδυναμίας της εκτελέσεως, λόγω του ακατοικήτου του μέρους. Αντιθέτως, διεσκέπτοντο μάλλον περί του τρόπου, κατά τον οποίον ηδύναντο να πραγματοποιήσουν τον πλουν της εις τα ίδια επιστροφής, καθόσον εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι, θεωρούντες, ότι είχε διαῤῥηχθή η Τριακονταετής συνθήκη (διότι ήλθαν εις χείρας), θελήσουν να εμποδίσουν τον απόπλουν των.

53. Απεφάσισαν, λοιπόν, να επιβιβάσουν μερικούς άνδρας επί μικρού σκάφους και τους αποστείλουν άνευ κηρυκείου προς τους Αθηναίους, διά να εξακριβώσουν τας προθέσεις των. Και διεμήνυσαν προς αυτούς τα εξής περίπου: “Διαπράττετε αδικίαν, άνδρες Αθηναίοι, κάμνοντες αρχήν πολέμου και παραβιάζοντες τας συνθήκας. Διότι ενόπλως επεμβαίνετε εναντίον μας, ενώ ημείς ζητούμεν απλώς να τιμωρήσωμεν τους εχθρούς μας. Εάν σκοπεύετε να μας εμποδίσετε να πλεύσωμεν εναντίον της Κερκύρας ή όπου αλλού θέλομεν και αθετείτε τοιουτοτρόπως την Τριακονταετή συνθήκην, συλλάβετε ημάς εδώ πρώτους και μεταχειρισθήτε μας ως εχθρούς”. Έτσι ωμίλησαν οι απεσταλμένοι των Κορινθίων. Από το μέρος των Κερκυραίων, εξ άλλου, ο στρατός όσος ήκουσε τα λεχθέντα εκραύγαζε: “Πιάστε τους και σκοτώστε τους”. Αλλ’ οι Αθηναίοι έδωσαν την επομένην απάντησιν: “Ούτε αρχήν πολέμου κάμνομεν, Πελοποννήσιοι, ούτε την Τριακονταετή συνθήκην αθετούμεν, αλλ’ ήλθαμεν προς βοήθειαν των Κερκυραίων εδώ, οι οποίοι είναι σύμμαχοί μας. Δεν σας εμποδίζομεν λοιπόν εάν θέλετε να πλεύσετε προς κανέν άλλο μέρος. Εάν όμως πλεύσετε εναντίον της Κερκύρας ή εναντίον άλλου μέρους της επικρατείας των, δεν θα το επιτρέψωμεν, εφόσον ημπορούμεν”.

54Διεκδίκησις της νίκης υπό των δύο αντιπάλων

Μετά την τοιαύτην απάντησιν των Αθηναίων, οι μεν Κορίνθιοι και τον πλουν της επιστροφής ήρχισαν να ετοιμάζουν και τρόπαιον έστησαν εις τον επί της Ηπείρου λιμένα των Συβότων. Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, συνέλεξαν τα πτώματα των πεσόντων, καθώς και τους ναυαγούς και τα ναυάγια, που είχαν διευθυνθή προς την ακτήν των υπό του ρεύματος και του ανέμου, ο οποίος εσηκώθη διαρκούσης της νυκτός και είχε διασκορπίσει αυτά προς όλας τας διευθύνσεις, και έστησαν αντίθετον τρόπαιον εις μίαν από τας νήσους Σύβοτα, ως να ήσαν νικηταί. Και τα δύο μέρη διεξεδίκουν την νίκην επί τη βάσει διαφόρων ο καθένας σκέψεων. Οι μεν Κορίνθιοι έστησαν τρόπαιον, διότι επεκράτησαν κατά την ναυμαχίαν μέχρι της νυκτός, ώστε και πλείστα ναυάγια και νεκρούς να μεταφέρουν εις το ορμητήριόν των και αιχμαλώτους όχι ολιγωτέρους από χιλίους συνέλαβαν, και εχθρικά πλοία περί τα εβδομήντα κατεβύθισαν. Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, διότι κατέστρεψαν τριάντα περίπου εχθρικά πλοία και μετά την άφιξιν των Αθηναίων συνέλεξαν τα πτώματα καθώς και τους ναυαγούς και τα ναυάγια, που είχαν διευθυνθή προς την ακτήν των, και διότι την προτεραίαν οι Κορίνθιοι, όταν είδαν τ’ Αθηναϊκά πλοία και αφού ήλθαν οι Αθηναίοι, υπεχώρησαν ανακρούοντες πρύμναν, και ηρνήθησαν, όταν εξέπλευσαν από τον λιμένα των Συβότων, να επιτεθούν. Δι’ όλους αυτούς τους λόγους έστησαν τρόπαιον. Τοιουτοτρόπως και τα δύο μέρη διεξεδίκουν την νίκην.

55. Κατά τον πλουν της επιστροφής, οι Κορίνθιοι κατέλαβαν δι’ απάτης το Ανακτόριον, το οποίον, κείμενον κατά την είσοδον του Αμπρακικού κόλπου, ήτο κοινή αποικία αυτών καιτων Κερκυραίων, και εγκαταστήσαντες εις αυτό Κορινθίους αποίκους, επέστρεψαν εις τα ίδια. Εκ των Κερκυραίων αιχμαλώτων, οκτακόσιους μεν, οι οποίοι ήσαν δούλοι, επώλησαν, τους δε λοιπούς διακόσιους πενήντα εκράτησαν εις τας φυλακάς και τους επεριποιούντο πολύ, ελπίζοντες ότι ούτοι, μετά την επιστροφήν των εις την Κέρκυραν, ημπορούσαν να επιτύχουν την μεταστροφήν της πολιτικής της υπέρ των Κορινθιακών συμφερόντων, καθόσον οι περισσότεροι απ’ αυτούς έτυχε να είναι εκ των τα πρώτα φερόντων της πόλεως. Τοιουτοτρόπως ο πόλεμος προς τους Κορινθίους έληξεν υπέρ της Κερκύρας και τ’ Αθηναϊκά πλοία ανεχώρησαν εξ αυτής. Και αυτή υπήρξεν η πρώτη αιτίασις, την οποίαν οι Κορίνθιοι είχαν διά τον πόλεμον κατά των Αθηναίων, ότι δηλαδή οι τελευταίοι, συμπράττοντες με τους Κερκυραίους, εναυμάχησαν εναντίον των, εις εποχήν που ευρίσκοντο εις ειρηνικάς σχέσεις, επί τη βάσει των συνθηκών.

 

56Μέτρα των Αθηναίων προς πρόληψιν επαναστάσεως της Ποτειδαίας

Αλλ’ ευθύς μετά ταύτα συνέβησαν και τα επόμενα γεγονότα, τα οποία επροκάλεσαν μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων νέας διαφοράς, οδηγούσας εις πόλεμον. Ενώ δηλαδή οι Κορίνθιοι εβυσσοδόμουν πως να τους εκδικηθούν, οι Αθηναίοι, υποπτευθέντες τους εχθρικούς των σκοπούς, απήτησαν από τους Ποτειδαιάτας, οι οποίοι κατοικούν παρά τον Ισθμόν της Παλλήνης και είναι άποικοι των Κορινθίων, αλλά σύμμαχοι φόρου υποτελείς των Αθηναίων, να κατεδαφίσουν το προς την Παλλήνην τείχος των και να δώσουν ομήρους, και συγχρόνως ν’ αποπέμψουν και μη δέχωνται του λοιπού τους ανωτάτους λειτουργούς, τους οποίους έστελλεν η Κόρινθος καθό μητρόπολις της Ποτειδαίας. Διότι εφοβήθησαν μήπως οι Ποτειδαιάται, παρασυρόμενοι υπό τον Περδίκκαν και τους Κορινθίους, επαναστατήσουν και ωθήσουν εις επανάστασιν και τους άλλους επί της Χαλκιδικής συμμάχους.

57. Τα προληπτικά αυτά μέτρα απέναντι των Ποτειδαιατών ήρχισαν να λαμβάνουν οι, Αθηναίοι ευθύς μετά την ναυμαχίαν της Κερκύρας. Διότι όχι μόνον οι Κορίνθιοι ήσαν πλέον εις φανεράν προς αυτούς διάστασιν, αλλά και ο υιός του Αλεξάνδρου Περδίκκας, βασιλεύς των Μακεδόνων, ο οποίος ήτο πριν φίλος και σύμμαχός των, είχε γίνει ήδη εχθρός. Και έγινεν εχθρός, διότι οι Αθηναίοι συνεμάχησαν με τον αδελφόν του Φίλιππον και τον Δέρδαν, οι οποίοι διεξήγαν κοινόν κατ’ αυτού αγώνα. Ανησυχών, ως εκ τούτου, και εις την Λακεδαίμονα έστειλεν επανειλημμένως απεσταλμένους, προσπαθών να προκαλέση πόλεμον μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων, και τους Κορινθίους εζήτει να προσεταιρισθή, διά να επιτυχή την αποστασίαν της Ποτειδαίας. Επρότεινεν, άλλωστε, και εις τους Βοττιαίους και εις τας άλλας πόλεις της Χαλκιδικής να συμμετάσχουν της επαναστάσεως, διότι ενόμιζεν ότι αν είχε συμμάχους τα διαμερίσματα αυτά, τα οποία συνορεύουν με την επικράτειάν του, η σύμπραξις αυτών θα διηυκόλυνε την διεξαγωγήν του πολέμου. Αλλ’ οι Αθηναίοι, εννοήσαντες τους σκοπούς του, ηθέλησαν να προλάβουν την επανάστασιν. Και επειδή συνέπεσε να επίκειται τότε η αναχώρησις τριάντα πλοίων και χιλίων οπλιτών, αποστελλομένων κατά του Περδίκκα, υπό την αρχηγίαν του Αρχεστράτου, υιού του Λυκομήδους, και τεσσάρων αλλων στρατηγών, παρήγγειλαν εις τούτους όχι μόνον να λάβουν ομήρους από τους Ποτειδαιάτας, αλλά και να κατεδαφίσουν το τείχος των, και να επιτηρούν συγχρόνως τας πλησίον πόλεις, διά να μην επαναστατήσουν.

58Επανάστασις των Ποτειδαιατών

Οι Ποτειδαιάται, εξ άλλου, έστειλαν πρέσβεις προς τους Αθηναίους, μήπως ημπορέσουν να τους πείσουν να μη λάβουν βίαια εναντίον των μέτρα. Συγχρόνως άλλοι πρέσβεις των, συν δευόμενοι από Κορινθίους, ήλθαν εις την Λακεδαίμονα, διά να εξασφαλίσουν ταχείαν επικουρίαν διά την περίπτωσιν ανάγκης. Αλλ’ επειδή από μεν τους Αθηναίους, μετά μακράς διαπραγματεύσεις, κανέν ικανοποιητικόν αποτέλεσμα δεν επέτυχαν, τουναντίον δε τα πλοία, τα όποια προωρίζοντο αρχικώς κατά της Μακεδονίας, είχαν αποπλεύσει διευθυνόμενα και κατ’ αυτών επίσης, ενώ αντιθέτως η κυβέρνησις των Λακεδαιμονίων τους υπέσχετο ότι εάν οι Αθηναίοι επιτεθούν κατά της Ποτειδαίας, αυτοί θα εισβάλουν εις την Αττικήν, εθεώρησαν ότι ήλθε πλέον η κατάλληλος στιγμή, και συνομολογήσαντες προς τους Χαλκιδείς και τους Βοττιαίους συμμαχίαν, επισφραγισθείσαν δι’ όρκου, επανεστάτησαν από κοινού. Συγχρόνως ο Περδίκκας έπεισε τους Χαλκιδείς να εγκαταλείψουν και κατεδαφίσουν τας παραλίους πόλεις των και εγκατασταθούν μεσογειότερον εις την Όλυνθον, εγκαθιστώντες εκεί μίαν, αλλ’ ισχυράν πόλιν. Εις εκείνους που εγκατέλειψαν τας πόλεις των έδωσε προς καλλιέργειαν, δι’ ολόκληρον την διάρκειαν του κατά των Αθηναίων ενδεχομένου πολέμου, μέρος του εις αυτόν ανήκοντος εδάφους της Μυγδονίας περί την λίμνην Βόλβην, και έτσι οι Χαλκιδείς, κατεδαφίσαντες τας πόλεις των, ήρχισαν συνοικιζόμενοι μεσογειότερον και παρασκευαζόμενοι διά τον πόλεμον.

59. Όταν τα τριάντα Αθηναϊκά πλοία έφθασαν εις την Χαλκιδικήν, ευρήκαν ότι η Ποτείδαια και αι άλλαι πόλεις είχαν ήδη επαναστατήσει. Και επειδή οι στρατηγοί έκριναν ότι δεν ημπορούσαν με τας παρούσας δυνάμεις των να διεξαγάγουν πόλεμον συγχρόνως εναντίον του Περδίκκα και των πόλεων όσαι από κοινού είχαν επαναστατήσει, εστράφησαν προς την Μακεδονίαν, κατά της οποίας και αρχικώς είχαν αποστολή, και αφού εξασφάλισαν βάσιν επιχειρήσεων, διεξήγαν τον πόλεμον από κοινού με τον Φίλιππον και τους αδελφούς του Δέρδου, των οποίων ο στρατός είχεν ήδη εισβάλει από το εσωτερικόν.

60Κορινθιακή βοήθεια εις Ποτείδαιαν

Τώρα, όμως, που η Ποτείδαια είχεν επαναστατήσι και ο Αθηναϊκός στόλος ευρίσκετο εις τας ακτάς της Μακεδονίας, οι Κορίνθιοι ανησύχουν σοβαρώς διά την Ποτείδαιαν, και θεωρούντες τον κίνδυνον αυτής κίνδυνον ιδικόν των, απέστειλαν εκεί Κορινθίους εθελοντάς και όσους από την άλλην Πελοπόννησον εστρατολόγησαν, προσελκύσαντες αυτούς διά του μισθού, χιλίους εξακόσιους εν συνόλω οπλίτας και τετρακοσίους ελαφρώς ωπλισμένους στρατιώτας. Την αρχηγίαν αυτών είχεν ο Αριστεύς, υιός του Αδειμάντου, λόγω του ότι ήτο ανέκαθεν εις φιλικός σχέσεις με τους Ποτειδαιάτας, και χάριν της φιλίας αυτού προ πάντων είχαν λάβει μέρος εις την εκστρατείαν οι περισσότεροι από τους Κορινθίους εθελοντάς. Η δύναμις αυτή έφθασεν εις την Χαλκιδικήν σαράντα ημέρας μετά την επανάστασιν της Ποτειδαίας.

61Αθηναίοι κατά της Ποτειδαίας

Αλλ’ επειδή η αγγελία της επαναστάσεως των πόλεων αυτών ήλθεν αμέσως και εις τους Αθηναίους, άμα ως έμαθαν ούτοι ότι και το υπό τον Αριστέα στράτευμα ευρίσκετο καθ’ οδόν, απέστειλαν δισχιλίους από τους ιδικούς των οπλίτας και σαράντα πλοία υπό την αρχηγίαν του Καλλίου, υιού του Καλλιάδου, και τεσσάρων άλλων στρατηγών. Η δύναμις αυτή, μόλις έφθασεν εις την Μακεδονίαν, ευρήκεν ότι οι προαποσταλέντες χίλιοι οπλίται είχαν προ ολίγου κυριεύσει την Θέρμην και επολιόρκουν ήδη την Πύδναν, στρατοπεδεύσαντες δε και αυτοί προ της Πύδνης μετέσχον της πολιορκίας. Αλλά μετ’ ολίγον ο Αθηναϊκός στρατός ηναγκάσθη να συνομολόγηση συνθήκην και συμμαχίαν προς τον Περδίκκαν. Διότι η κατάστασις της Ποτειδαίας, όπου εν τω μεταξύ είχε φθάσει ο Αριστεύς, απήτει την άμεσον εκεί παρουσίαν των. Ως εκ τούτου, ανεχώρησαν εκ Μακεδονίας και διά Βεῤῥοίας έφθασαν εις το έδαφος της Στρέψας. Κατόπιν ανεπιτυχούς αποπείρας προς κατάληψιν της τελευταίας αυτής πόλεως, επορεύοντο διά ξηράς εις την Ποτείδαιαν με δύναμιν τριών χιλιάδων Αθηναίων οπλιτών, πολλών επί πλέον από τους πιστούς. απομείναντας συμμάχους, και εξακοσίων Μακεδόνων ιππέων υπό την διοίκησιν του Φιλίππου και του Παυσανίου. Συγχρόνως ο στόλος των, αποτελούμενος από εβδομήντα πλοία, έπλεε παρά την ακτήν. Διά βραδείας πορείας έφθασαν την τρίτην ημέραν εις Γίγωνον, όπου και εστρατοπέδευσαν.

62Νίκη των Αθηναίων κατά Πελοποννησίων και Ποτειδαιατών

Οι Ποτειδαιάται, εξ άλλου, και η υπό τον Αριστέα Πελοποννησιακή δύναμις, αναμένοντες τους Αθηναίους, ήσαν στρατοπεδευμένοι εις τον ισθμόν προς το μέρος της Ολύνθου και είχαν εγκαταστήσει αγοράν έξω της πόλεως. Αρχηγόν ολοκλήρου μεν της πεζής δυνάμεως είχαν εκλέξει οι σύμμαχοι τον Αριστέα, του δε ιππικού τον Περδίκκαν, διότι ούτος είχε πάλιν εγκαταλείψει αμέσως τους Αθηναίους και εμάχετο παρά το πλευρόν των Ποτειδαιατών, αφήσας αντιβασιλέα προς διοίκησιν της Μακεδονίας τον Ιόλαον. Κατά το σχέδιον του Αριστέως, αυτός μεν, έχων υπό τας αμέσους διαταγάς του τον στρατόν εις τον ισθμόν, θα είχεν εστραμμένην την προσοχήν του κατά ενδεχομένης προελάσεως των Αθηναίων, ενώ οι Χαλκιδείς, και οι εκτός του ισθμού λοιποί σύμμαχοι, και οι διακόσιοι ιππείς του Περδίκκα, θα έμεναν εις Όλυνθον. Και όταν οι Αθηναίοι ήθελαν προχωρήσει, διά να προσβάλουν τον στρατόν του Αριστέως, θα ήρχοντο αυτοί από την Όλυνθον εις βοήθειάν του, προσβάλλοντες αυτούς εκ των νώτων, θέτοντες αυτούς εις το μέσον των δύο τμημάτων του συμμαχικού στρατού. Ο αρχηγός των Αθηναίων Καλλίας, εξ άλλου, και οι στρατηγοί του έστειλαν το Μακεδονικόν ιππικόν και ολίγους από τους συμμάχους προς την διεύθυνσιν της Ολύνθου, διά να εμποδίσουν τους εκεί στρατοπεδευμένους να έλθουν εις βοήθειαν, ενώ οι ίδιοι, εκκινήσαντες επί κεφαλής του στρατού των, εβάδιζαν κατά της Ποτειδαίας. Και όταν έφθασαν εις τον ισθμόν και είδαν τους εναντίους ετοιμαζομένους προς μάχην, ήρχισαν ν’ αντιπαρατάσσονται και αυτοί και μετ’ ολίγον οι δύο στρατοί ήλθαν εις χείρας. Και το μεν κέρας, το οποίον κατείχεν ο Αριστεύς με τους περί αυτόν επιλέκτους Κορινθίους και άλλους συμμάχους, έτρεψεν εις φυγήν το μέρος του εχθρικού στρατού που ήτο απέναντι των και επροχώρησαν καταδιώκοντες αυτούς εις ικανήν απόστασιν. Αλλ’ ο λοιπός στρατός και των Ποτειδαιατών και των Πελοποννησίων ενικήθη από τους Αθηναίους και κατέφυγεν εις το τείχος της Ποτειδαίας.

63. Όταν ο Αριστεύς, επιστρέφων από την καταδίωξιν, είδε την ήτταν του λοιπού στρατού, ευρέθη εις αμηχανίαν, εάν έπρεπε να ενεργήση την κινδυνώδη υποχώρησίν του, διευθυνόμενος προς την Όλυνθον ή επιστρέφων εις την Ποτείδαιαν. Απεφάσισε τέλος να συμπτύξη τον στρατόν εις φάλαγγα όσον το δυνατόν πυκνοτέραν και να εκβιάση τρέχων την είσοδόν του εις την Ποτείδαιαν. Και κατώρθωσε διά του κυματοθραύστου, του ευρισκομένου εμπρός από το προς την θάλασσαν τείχος, να φθάση πράγματι εντός αυτής, με δυσκολίαν, εν τούτοις, και υπό βροχήν βλημάτων. Μολονότι δε υπέστη μερικάς απωλείας, έσωσε τους περισσοτέρους άνδρας του. Οι σύμμαχοι των Ποτειδαιατών, οι στρατοπεδευμένοι εις την Όλυνθον (η οποία απέχει εξήντα περίπου σταδίους από το πεδίον της μάχης, χωρίς να υπάρχη τίποτε, εν τω μεταξύ, παρεμποδίζον την θέαν), όταν ήρχισεν η μάχη και υψώθη το σήμα της προελάσεως, επροχώρησαν εις μικράν απόστασιν, διά να έλθουν εις βοήθειαν, ενώ αντιθέτως το Μακεδονικόν ιππικόν παρετάχθη απέναντι των, διά να τους εμποδίση. Αλλ’ επειδή η νίκη των Αθηναίων συνεπληρώθη ταχέως και το σήμα κατεβιβάσθη, αυτοί μεν επέστρεψαν πάλιν εντός του τείχους της Ολύνθου, το δε Μακεδονικόν ιππικόν προς τους Αθηναίους. Τοιουτοτρόπως το ιππικόν δεν έλαβε μέρος εις την μάχην, ούτε από το εν μέρος, ούτε από το άλλο. Οι Αθηναίοι έστησαν κατόπιν της μάχης τρόπαιον και απέδωκαν κατόπιν ανακωχής εις τους Ποτειδαιάτας τους νεκρούς των. Εφονεύθησαν δε από μεν τους Ποτειδαιάτας και από τους συμμάχους των κάτι ολιγώτεροι από τριακόσιοι, από τους ιδίους δε τους Αθηναίους εκατόν πενήντα και ο στρατηγός των Καλλίας,

64Πολιορκία της Ποτειδαίας υπό των Αθηναίων

Οι Αθηναίοι απέκλεισαν αμέσως την πόλιν από το μέρος του ισθμού, κατασκευάσαντες πολιορκητικόν τείχος και εγκαταστήσαντες φρουράν. Όμοια όμως μέτρα δεν έλαβαν διά το προς την Παλλήνην μέρος της πόλεως. Διότι οι Αθηναίοι έκριναν ότι δεν είχαν αρκετάς δυνάμεις, όπως και εις τον ισθμόν διατηρούν φρουράν, και συγχρόνως αποβιβασθούν εις την Παλλήνην, διά να κατασκευάσουν και εκεί δεύτερον πολιορκητικόν τείχος, φοβούμενοι μήπως, αν διαιρέσουν τας δυνάμεις των οι Ποτειδαιάται και οι σύμμαχοι των επιτεθούν εναντίον των. Μανθάνοντες όμως εις τας Αθήνας, ότι προς το μέρος της Παλλήνης δεν είχε κατασκευασθή πολιορκητικόν τείχος, έστειλαν βραδύτερον υπό τον στρατηγόν Φορμίωνα, υιόν του Ασωπίου, χιλίους εξακόσιους από τους ιδικούς των οπλίτας. Ο Φορμίων, φθάσας εις Παλλήνην και χρησιμοποιών ως ορμητήριον την Άφυτιν, προώθησε τον στρατόν του προς την Ποτείδαιαν διά βραδειών πορειών, δενδροτομών συγχρόνως την χώραν. Επειδή όμως κανείς δεν εξήρχετο από την πόλιν προς μάχην, διέκοψε και την προς την Παλλήνην συγκοινωνίαν της Ποτειδαίας διά της κατασκευής πολιορκητικού τείχους. Και έτσι η Ποτείδαια επολιορκείτο ήδη στενώς και από τα δύο μέρη, ενώ συγχρόνως ο στόλος απέκλειεν αυτήν από το μέρος της θαλάσσης.

65. Αποκλεισθείσης τοιουτοτρόπως της πόλεως από όλα τα μέρη, ο Αριστεύς δεν είχε καμμίαν ελπίδα σωτηρίας, εφόσον δεν εστέλλετο βοήθεια από την Πελοπόννησον ή δεν συνέβαινε τι το απροσδόκητον. Επιθυμών να εξοικονομήση τας τροφάς επρότεινεν όπως η φρουρά επωφελουμένη ευνοϊκού ανέμου, εκπλεύση, αφίνουσα εις την πόλιν δύναμιν πεντακοσίων μόνον ανδρών, προσφερόμενος να είναι ένας από τους πεντακοσίους αυτούς. Επειδή όμως δεν τους έπεισε, θέλων να κάμη ό,τι από τας παρούσας περιστάσεις επεβάλλετο και συγχρόνως να μεριμνήση υπέρ της πόλεως έξωθεν κατά τον καλύτερον δυνατόν τρόπον, εξέπλευσε χωρίς να γίνη αντιληπτός από τους Αθηναίους φρουρούς. Και αποβιβασθείς εις την Χαλκιδικήν, παρέμεινεν εκεί, συμπράττων εις την διεξαγωγήν διαφόρων πολεμικών επιχειρήσεων, και κατώρθωσε να καταστρέψη ικανήν δύναμιν Σερμυλιών, στήσας ενέδραν πλησίον της πόλεως των. Δεν έπαυε συγχρόνως ενεργών με κάθε τρόπον εις την Πελοπόννησον, όπως σταλή απ’ εκεί κάποια βοήθεια. Μετά τον ολοσχερή αποκλεισμόν της Ποτειδαίας, ο Φορμίων, επί κεφαλής των χιλίων εξακοσίων οπλιτών του, ήρχισε να ερημώνη την Χαλκιδικήν και Βοττικήν και εκυρίευσε μερικάς πόλεις μικρότερος σπουδαιότητας.

66. Εις τας προϋπαρχούσας μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων αιτιάσεις είχαν ήδη προστεθή και αυταί. Οι μεν Κορίνθιοι, δηλαδή, κατηγορούν τους Αθηναίους, ότι επολιόρκουν την Ποτείδαιαν, ενώ ήτο αποικία των, και ενώ εντός αυτής ευρίσκετο στρατός των Κορινθίων και των αλλων Πελοποννησίων. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, κατηγορούν τους Πελοποννησίους ότι ώθησαν εις επανάστασιν πόλιν σύμμαχόν των και φόρου υποτελή, και ότι ενωθέντες ήδη με τους Ποτειδαιάτας, προέβαιναν φανερά εις εχθροπραξίας εναντίον των. Ο πόλεμος, εν τούτοις, δεν είχεν εισέτι εκραγή, αλλ’ εξηκολούθει ισχύουσα η Τριακονταετής ειρήνη. Διότι μέχρι τούδε οι Κορίνθιοι είχαν ενεργήσει εξ ιδίας μόνον πρωτοβουλίας, χωρίς να εκθέσουν τους συμμάχους των.

67. Αλλά μετά την έναρξιν της πολιορκίας της Ποτειδαίας δεν ημπορούσαν να ησυχάσουν, διότι Κορινθιακός στρατός είχεν αποκλεισθή εντός αυτής, και συγχρόνως εφοβούντο περί της τύχης της πόλεως. Ως εκ τούτου, εκάλεσαν άνευ αναβολής τα μέλη της Πελοποννησιακής ομοσπονδίας εις την Λακεδαίμονα, και ελθόντες εκεί κατεκραύγαζαν εναντίον των Αθηναίων, ότι είχαν παραβιάσει την Τριακονταετή ειρήνην και αδικούν τους Πελοποννήσους. Οι Αιγινήται, εξ άλλου, οι οποίοι έστειλαν κρυφά πρέσβεις, διότι εφοβούντο τους Αθηναίους, έλαβαν μαζί με τους Κορινθίους σπουδαιότατον μέρος εις την υποδαύλισιν του πολέμου, λέγοντες ότι εστερήθησαν την αυτονομίαν των κατά παράβασιν των συνθηκών. Οι Λακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν και αυτοί τότε και όσους άλλους από τους συμμάχους ισχυρίζοντο ότι είχαν αδικηθή από τους Αθηναίους, και συγκαλέσαντες την συνήθη συνέλευσιν του λαού, εζήτησαν από αυτούς να εκθέσουν ενώπιόν της τας αιτιάσεις των. Πολλοί ως εκ τούτου επροχώρησαν εις το βήμα και εξέθεσαν έκαστος τα παράπονα του. Οι Μεγαρείς παρεπονέθησαν και διά πολλά άλλα, ιδίως όμως ότι αποκλείονται, παρά την συνθήκην, και από τους λιμένας της Αθηναϊκής επικρατείας και από την Αττικήν αγοράν. Οι Κορίνθιοι επροχώρησαν τελευταίοι εις το βήμα, αφού άφησαν πρώτον τους άλλους να εξερεθίσουν τους Λακεδαιμονίους, και ωμίλησαν ως εξής περίπου:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.