ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ ΣΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ


Παραμονή Δεκαπεντάυγουστου, βρέθηκα στο χωριο Κοπανάκι του Δήμου Αετού Μεσσηνίας. Την    άλλη μέρα η εκκλησία μας θα γιόρταζε την Κοίμηση της Θεοτόκου, την αποδημία της Παναγίας στους ουρανούς.

Ημουν φιλοξενούμενος των οικογενειών  των αδελφών Γιώργου και Ανδρέα Τζαβέλλα, παιδιών του Αναστάση και της Κωνσταντίνας Τζαβέλλα, που έχουν  εξοχικές κατοικίες στο Κάτω Κοπανάκι, ένα όμορφο χωριό με λίγα σπίτια  που οι αυλές τους είναι στολισμένες με λογιών – λογιών λουλούδια και  δένδρα.

Η φιλοξενία ευχάριστη με απροσποίητα γέλια και χαρές. Τα μάτια μου ξεκουράζονται  στο πράσινο της φύσης και τα πνευμόνια μου ρουφάνε καθαρό αέρα. Εδώ καταλαβαίνεις το λάθος του ανθρώπου  να εγκαταλείψει την φύση  για να ζήσει στις μεγαλουπόλεις, μέσα σε τσιμεντένια κουτιά  και καυσαέρια  και να παραμιλάει στους θορυβώδεις δρόμους.

Απο το απόγευμα, ένα  θαλασσινό αεράκι, που οι ντόπιοι αποκαλούν προβέντζα,  φιλτραρισμένο απο την πυκνή βλάστηση, άρχισε να  δροσίζει το χωριό απο το λιοπύρι του Αυγούστου. Ο ήλιος που γέρνει πίσω απο τις κορυφές σκορπά τά άφθονα χρώματά του.   Την ομορφιά αυτή τραγουδάει σ’ ένα ποίημά του, ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, Κρυστάλλης:

Πίσω απο μακρυνές κορφές ο ήλιος βασιλεύει

και  τ’ ουράνού τα σύνορα χίλιες βαφές αλλάζουν,

πράσινες, κόκκινες, ξανθές, ολόχρυσες γαλάζιες

κι ανάμεσά τους σκάει λαμπρός λαμπρός ο Αποσπερίτης.

την πύρη του καλοκαιριού την σβυεί γλυκό αγεράκι

που κατεβάζουν τα βουνά που φέρνουν τ’ ακρογιάλια.

Σιγά – σιγά βραδυάζει και παντού απλώνεται ησυχία που την διαταράσσουν γαυγίσματα σκύλων μακρινών μαντριών. Το Αυγουστιάτικο φεγγάρι λάμπει, όπως λάμπει ο ήλιος του Μαγιού. Ο κ. Αλέκος, γείτονας, προσκαλεί όλους μας στο σπίτι του και μας προσφέρει τσίπουρο, παραγωγής του, με βραστή γίδα.

Την άλλη μέρα, με την πρώτη καμπάνα του ξωκκλησιού, Παναγίτσα, ακολουθώ το δρόμο που οδηγεί στο ποτάμι, στην παραδοσιακή βρύση. Προβάλλει το ξωκκλήσι της Αγίας Κυριακής, που ο περίβολός του στολίζεται από μηλιές φορτωμένες με μήλα. Το ήσυχο περιβάλλον του διαταράζεται από τα βρεκεκέξ κουάξ – κουάξ των βατράχων του ποταμού. Προσκυνώ με ευλάβεια στο όμορφο εικονοστάσι και μούρχεται στο νου που τραγουδούσαμε στις μικρές τάξεις του Δημοτικού Σχολείου, που οι στίχοι του ήταν κάπως έτσι:

Στο βουνό ψηλά εκεί, είναι εκκλησιά ερημική,

το σήμαντρό της δεν κτυπά, δεν έχει ψάλτη ουδέ παπά.

ένα καντήλι θαμπερό και ένα πέτρινο σταυρό,

έχει στολίδι μοναχό, το εκκλησάκι το φτωχό.

κι ο διαβάτης σαν περνά, στέκεται και το προσκυνά

Και με ευλάβεια πολλή, τον άσπρο του σταυρό φιλεί.

Φτάνω στην παραδοσιακή βρύση στο ποτάμι. Το νερό τρέχει άφθονο. Λένε, ότι στο τοπίο της βρύσης δέσποζε κάποτε γέρο πλάτανος, που πέθανε όρθιος. Κάθε μεσημέρι άπλωνε τη σκιά του στο διαβάτη, στο βοσκό με τα πρόβατα, στο ζευγολάτη, και κάθε πρωί γινόταν μουσικό  μέγαρο στα αηδόνια και κοτσίφια. Λένε, ότι εδώ στο ποτάμι, κάποτε, κυράδες και λυγερές, τραγουδώντας, έπλεναν τα σκουτιά χτυπώντας τα με τον κόπανο και παιδιά κολυμπούσαν στα καθαρά νερά του. Σήμερα με πρωτοβουλία του συλλόγου «ΛΙΘΕΡΟΣ», φυτεύτηκαν αειθαλή δέντρα για την επαναφορά του τοπίου στην προτέρα κατάσταση. Ήπια με τη χούφτα μου νερό από τη βρύση, έκοψα ένα κλαδί από αυτοφυές αρωματικό φυτό και πήρα τον ανήφορο για της Παναγίτσας το ξωκκλήσι.

Με τη σκέψη ότι ο άνθρωπος βρίσκει στη φύση την ηρεμία της ψυχής του, χωρίς ψυχοφάρμακα, έφθασα, χωρίς να κουραστώ, στους πρόποδες του γήλοφου, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται το ξωκκλήσι της Παναγίτσας. Ανεβαίνοντας πολλά γραφικά σκαλοπάτια, φτάνω στο ξωκκλήσι την ώρα που ψαλλόνταν η ακολουθία του όρθρου. Στάθηκα και εγώ ευλαβικά μπροστά στην εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και είπα στη Μεγαλόχαρη τους βαθύτερους καημούς της καρδιάς μου.

Με τη δεύτερη καμπάνα άρχισε να ανηφορίζει ο κόσμος, άλλοι με τα πόδια, ακολουθώντας την παράδοση και άλλοι με οχήματα. Γέμισε το ξωκκλήσι από πιστούς και σιγά – σιγά όλος ο γύρω του χώρος. Οι μεταξύ των πιστών ευχές έπαιρναν και έδιναν. Οι πιστοί προσκυνούσαν  την άγια εικόνα και κάτι ζητούσαν απο την Παναγία. Το ξωκκλήσι, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας και ακολουθώντας την παράδοση, πρόσφερε στους πιστούς πρόσφορο, τσουρέκι, τυρί και λουκούμια.

Επιστρέφοντας στο χωρίο, δεν παρέλειψα να επισκεφθώ το παραδοσιακό καφενείο της κυρα –  Σπυρούλας, αρχόντισσας και δραστήριας γυναίκας, που μου πρόσφερε καφέ σε λευκό χοντρό παραδοσιακό φλιτζάνι, νερό σε πλατύστομο γυάλινο παραδοσιακό ποτήρι και γλυκό του κουταλιού φτιαγμένο απο τα χέρια της.

Τις βραδυνές ώρες, στην πλατεία του Πάνω Κοπανακίου στήθηκε πανηγύρι με Αυουστιάτικες εκδηλώσεις. Ακούσαμε  τραγούδια, φάγαμε σουβλάκια, ήπιαμε ντόπιο κρασί και ευχηθήκαμε «και του χρόνου».

Αύγουστε, καλέ μου μήνα, νάσουν δυό φορές το χρόνο.

 

Δημοσθένης Τζιατζιάς

Μέλος του ΛΙΘΕΡΟΎ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.